HomeΓια ΜέναΔημοσιεύσειςΔιάχυση ΓνώσηςΔημοσιογραφίαΦωτογραφίεςΝτοκιμαντέρΕπικοινωνία
Home arrow Δημοσιογραφία arrow Αναλύσεις arrow ΑΝΑΛΥΣΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΔΕΚΕΜΒΡΗ (3): η "Βία στη Βία" των... αντιεξουσιαστών της εξουσίας
Εκτύπωση E-mail
14.01.10

 

Μια ανάλυση για τον Δεκέμβρη και το πολιτικό μας σύστημα.
 


Μέρος 3ο: η "Βία στη Βία" των... αντιεξουσιαστών της εξουσίας!

 


Όπως αναφέρθηκε στα δύο πρώτα μέρη αυτής της ανάλυσης, η βία και η προβολή της έχουν υπάρξει θεσμικές πολιτικές επιλογές. Από τη μία, παρατηρείται η παρουσίαση των γεγονότων που εστιάζει στη μονομερή επανάληψη της βίας χωρίς καμία αναφορά στους διαδηλωτές, τα αιτήματα κλπ. Μια πρόχειρη καταγραφή της προβολής αυτής μπορεί να δει κανείς στην ιστοσελίδα
www.dosepasa.wordpress.com, όπου αναφέρεται ότι «Στα 143,5 λεπτά πλάνων επεισοδίων και συγκρούσεων, πλάνα από τις μαζικότατες πορείες είδαμε μόνο τα 3,5 λεπτά (2,5%)! Είδαμε 10 φορές να φεύγει η ίδια μολότοφ από τη νομική ενώ ακούσαμε, όσο ακούσαμε, μόνο 2 διαδηλωτές να μας εξηγούν γιατί διαδηλώνουν. Την Κυριακή δεν υπάρχει σχεδόν καμιά αναφορά – προβολή στη πορεία, σε πανό κτλ. Τη Δευτέρα η κατάσταση βελτιώνεται. Τον πετροπόλεμο δίπλα στη Πρυτανεία τον είδαμε 76 φορές ενώ συνθήματα σε πανό μόνο 3 για 7 ολόκληρα δευτερόλεπτα συνολικά!».

Από την άλλη, γίνεται στοχοποίηση ιδεολογικών και κοινωνικών χώρων και η άμεση καταστολή τους, αποκρύβοντας το γεγονός ότι συχνά πρόκειται για κοινωνικά στέκια όπου γίνονται συζητήσεις, προβάλλονται ταινίες, γίνονται δωρεάν μαθήματα γλώσσας (προς τους μετανάστες), μουσικής, χορού κλπ.

Και μέσα σε όλα αυτά, παραλείπεται η ανάλυση του γεγονότος ότι, αρκετοί από τους προσαχθέντες προέρχονται από αστικές οικογένειες, έχουν υψηλό επίπεδο μόρφωσης αλλά και κοινωνικής καταξίωσης μέσα από το επάγγελμά τους, και προφανώς δεν πρόκειται για «άπλυτους, τεμπέληδες τρομοκράτες».


Απορεί λοιπόν κανείς: γιατί το πολιτικό μας σύστημα επιλέγει να παρουσιάσει τις διαμαρτυρίες και κινητοποιήσεις ως μια βίαιη κατάλυση της τάξης; Η απάντηση, όσο δυσάρεστη κι αν ακούγεται, είναι απλή: η βία αποτελεί στρατηγική επιλογή του πολιτικού μας συστήματος, και η προβολή της απλώς την εντείνει ή/και νομιμοποιεί. Μάλιστα, η επιλογή αυτή συνίσταται στο γνωστό μας, από την αντίστροφη μεριά όμως, «βία στη βία». Εξηγούμαι: ένα πολιτικό σύστημα που λειτουργεί με όρους «καρτέλ», δηλαδή με ολιγοπωλιακή εναλλαγή των κέντρων εξουσίας, τόσο στην οικονομία όσο και στην πολιτική, και με όρους συνδιαλλαγής και, αντίστοιχης, διαφθοράς σε όλα τα θεσμικά επίπεδα, είναι προφανές ότι θα προκαλέσει την αντίδραση των πολιτών, εφόσον αυτοί έχουν γαλουχηθεί με διαφορετικές προσδοκίες. Η αντίδραση αναμένεται δε να επέλθει και λόγω της (αυξανόμενης) αδικίας, της ανισότητας, του περιορισμού των ελευθεριών, της εργασιακής εκμετάλλευσης και της περιβαλλοντικής υποβάθμισης. Θεωρώντας δεδομένο ότι τα παραπάνω αποτελούν πάγια χαρακτηριστικά του ελληνικού πολιτικού συστήματος κατά τις τελευταίες δύο δεκαετίες, η διεκδίκηση είναι δεδομένη: οι πολίτες θα απαιτήσουν μεγαλύτερη κοινωνική ειρήνη, εργασιακή ασφάλεια, ευμάρεια, κοινωνικά και πολιτικά δικαιώματα, κλπ. Κι εδώ ξεκινάει το πρόβλημα.


Απέναντι στις διεκδικήσεις αυτές, το πολιτικό σύστημα έχει δύο διεξόδους
. Η μία είναι η επεξεργασία και διεισδυτική ανάλυση των αιτημάτων με σκοπό την ενσωμάτωσή τους σε μια συνολική μεταρρύθμιση. Σε αυτή την περίπτωση, όμως, μιλάμε για μεταβολή του πολιτικού συστήματος: από το «καρτέλ» περνάμε στη δημοκρατία. Τότε, θα είχαμε πληθώρα συζητήσεων για τα αίτια του ξεσηκωμού των νέων και των εργαζομένων, την αναζήτηση λύσεων στα προβλήματα της παιδείας, τον περιορισμό της αστυνομικής αυθαιρεσίας, κλπ. Η άλλη είναι η φίμωση των αντιδρώντων πολιτών, η καταστολή και συκοφάντησή τους προκειμένου να μην βρεθούν κι άλλοι σαν κι αυτούς. Σε αυτή την περίπτωση μιλάμε για συνέχιση και ενδυνάμωση του πολιτικού συστήματος που οδήγησε στην αρχική διαμαρτυρία: οι δημοκρατικοί θεσμοί υποβαθμίζονται και η δημόσια συζήτηση περιλαμβάνει την κινδυνολογία σχετικά με τη δημόσια τάξη και ασφάλεια.


Θα μπορούσε να εικάσει κανείς ότι αυτές οι δύο είναι «ελεύθερες επιλογές», με την έννοια ότι μπορούν εύκολα πραγματωθούν από μία ισχυρή εξουσία. Αυτό όμως είναι σχετικό. Η πραγματικότητα είναι ότι το πολιτικό μας σύστημα εντάσσεται μέσα σε μια ευρύτερη πολιτική και οικονομική παράδοση και, αν δεν θέλει να δηλώσει ρήξη προς αυτήν, οι όποιες αλλαγές θα πρέπει να συνάδουν προς τον προ-συμφωνημένο χαρακτήρα του πολιτεύματος. Με βάση το Σύνταγμα της Ελλάδας αλλά και την ευρωπαϊκή φιλελεύθερη παράδοση, οι πολιτικοί φορείς της χώρας δεν μπορούν να θίξουν, τουλάχιστον όχι εμφανώς, τις δημοκρατικές διαδικασίες αντιπροσώπευσης, το κράτος δικαίου και την προστασία των θεμελιωδών πολιτικών και ατομικών δικαιωμάτων. Συνεπώς, η στάση τους οφείλει να είναι συμβατή προς αυτά.

Κι εδώ έχουμε πάλι δύο επιλογές. Η μία είναι η πραγματική εκδημοκρατικοποίηση της πολιτικής ζωής και ο περιορισμός της εξουσίας χάριν της συμμετοχής των πολιτών. Έτσι, οι φορείς εξουσίας θα είναι πράγματι συμβατοί προς τις δημοκρατικές παραδόσεις, αλλά θα περιορίσουν κατά πολύ τα προνόμιά τους. Η άλλη επιλογή, είναι η κατ’ επίφασιν μέριμνα για την κοινωνία και τα δικαιώματα. Αυτή η επιλογή πηγάζει από την επιθυμία διατήρησης της εξουσίας όσο το δυνατόν περισσότερο, αλλά και την ανάγκη να καταδειχτεί προς τα «έξω» (ελληνική κοινωνία, διεθνής κοινότητα) ότι τηρούνται οι δημοκρατικές διαδικασίες. Η επιλογή της «κατ’ επίφασιν δημοκρατικότητας» οδηγεί αναπόφευκτα στη βία. Ας το δούμε αυτό λίγο πιο διεξοδικά.


Όταν οι πολίτες μιας χώρας αντιδρούν, αλλά οι πολιτικοί φορείς δεν επιθυμούν να πράξουν τα δέοντα, τότε θα υπάρξει έντονη αντιπαλότητα. Μάλιστα, εάν οι φορείς της εξουσίας σχεδιάζουν μέτρα που γνωρίζουν ότι θα εντείνουν τη δυσαρέσκεια, τότε οι αντιδράσεις είναι κάτι παραπάνω από αναμενόμενες. Στο βαθμό, όμως, που μέριμνά τους είναι η, οπωσδήποτε, επιβολή των μέτρων παρά τις αναμενόμενες αντιδράσεις, θα πρέπει να ενεργοποιηθούν οι κατασταλτικοί μηχανισμοί του κράτους. Τότε όμως η όποια κυβέρνηση θα πρέπει να απολογηθεί για τη χρήση βίας και καταστολής εναντίον πολιτών που εξασκούν τα συνταγματικά τους δικαιώματα. Συνεπώς, η μέριμνα της εξουσίας είναι η ενίσχυση των κατασταλτικών μηχανισμών και η φίμωση των αντιδράσεων με τρόπο που να είναι φαινομενικά συμβατός με το Σύνταγμα, ή έστω αποδεκτός από σημαντική μερίδα του κόσμου. Και ο καλύτερος τρόπος για να γίνει αυτό είναι να φανεί το πολιτικό σύστημα ως αμυνόμενο μπροστά σε μια πρωτοφανή βία – την οποία σίγουρα όλοι θα καταδίκαζαν: η κατάσταση έκτακτης ανάγκης είναι πάντα νομιμοποιητική των έκτακτων μέτρων, τουλάχιστον στη συνείδηση του κόσμου. Κι αν η κατάσταση έκτακτης ανάγκης δεν υφίσταται, μπορεί να κατασκευαστεί. Με την σύμπραξη όλων των εξουσιών – των ΜΜΕ ειδικότερα.

Όλοι γνωρίζουμε το σύνθημα «βία στη βία», το οποίο χρησιμοποιείται κυρίως από αναρχικές ομάδες που ασπάζονται τη βία προκειμένου να τη δικαιολογήσουν ως αντίδραση στη βία που υφίστανται. Το ίδιο φαίνεται να κάνουν και οι ελληνικές κυβερνήσεις: επικαλούνται τη «βία των διαδηλωτών» προκειμένου να νομιμοποιήσουν την κρατική καταστολή και την περιστολή των κατοχυρωμένων πολιτικών ελευθεριών. Και κανείς δεν θέτει το ερώτημα: αν όντως οι διαδηλωτές αγκαλιάζουν τη βία, ενάντια σε ποια βία το κάνουν αυτό; Όχι, ούτε καν μέσω αυτής της τεθλασμένης λογικής, της δήθεν βίας των διαδηλωτών, δεν τίθεται το ερώτημα της κρατικής βίας. Διότι το σχέδιο έχει άλλη κατεύθυνση: τη διαιώνιση της κρατικής βίας (συμβολικής και πραγματικής) και τη συνέχιση της εναλλαγής των πολιτικών «καρτέλ» στην εξουσία.


Βέβαια, σε μια τέτοια οξύμωρη κατάσταση, όπου η συζήτηση για τα αιτήματα των πολιτών μετατρέπεται σε συζήτηση για το «άσυλο» και η συμμετοχή σε διαδηλώσεις αντιμετωπίζεται με προληπτικές συλλήψεις, τα πράγματα ξεφεύγουν από τον έλεγχο. Μια σημαντική παράμετρος φαίνεται να έχει διαφύγει από τους σχεδιαστές αυτής της πολιτικής: ότι η προβολή της βίας ως δήθεν επιλογής μεγάλης μερίδας της νεολαίας ενδέχεται να συνεπιφέρει πραγματική μετατόπιση νέων ανθρώπων προς τη βία. Δεν είναι λίγοι οι ανήλικοι που, συμπαρασυρόμενοι από τα κελεύσματα των ημερών, βρέθηκαν στις πορείες απέναντί από τα ΜΑΤ πετώντας πέτρες επειδή έτσι θεώρησαν ότι αντιδρούν και οι άλλοι. Ήδη, στην πορεία του Πολυτεχνείου τα αντιεξουσιαστικά «μπλοκ» ήταν τα πιο πολυπληθή και συμπαγή, ενώ παλαιότεροι αναρχικοί σχολιάζουν ότι, μετά τον περσινό Δεκέμβρη, βλέπουν στα «μπλοκ» τους πολύ νέους ανθρώπους (κυρίως πιτσιρίκια) που δεν τους έχουν ξαναδεί πουθενά.

Μια τέτοια εξέλιξη μόνο επικίνδυνη μπορεί να αποβεί, προς όλους. Αφενός, οδηγούνται οι νέοι στην ποινικοποίηση της αντίδρασής τους: στο βαθμό που γαλουχούνται στη βία, γαλουχούνται σε ένα είδος «πολιτικής συμμετοχής» που στρέφεται εναντίον τους αφού θα τους στείλει, και με πλήρη νομιμοποίηση, στην ενδεχόμενη φυλάκιση. Αφετέρου, στο βαθμό που οι εξουσιαστικοί μηχανισμοί επιδιώκουν τη βία προς ενίσχυση της κυριαρχίας τους, ο κύκλος της «βίας στη βία» απλώς διογκώνεται προς όφελος της κρατικής βίας. Κι έτσι διαιωνίζεται η ίδια κατάσταση (βία, συκοφαντία, έλλειψη πολιτικής συζήτησης, κλπ) που έχει οδηγήσει στα σημερινά αδιέξοδα.

Κίνδυνοι βέβαια ελλοχεύουν και για άλλες ομάδες, όπως οι αστυνομικοί. Οι αστυνομικοί τοποθετούνται στη μέση των καταστάσεων, με την πολιτική εξουσία από τη μία να στήνει τα παιχνίδια της εις βάρος των πολιτών, και τους διαδηλωτές να τους βρίζουν και να τους πετροβολούν νομίζοντας ότι πετροβολούν την εξουσία. Και οι αστυνομικοί, ανεκπαίδευτοι που κουβαλάνε όπλα, παραμυθιαζόμενοι ότι κατέχουν μια κάποια εξουσία, απεσταλμένοι μιας εξουσίας να βγάλουν «το φίδι απ’ την τρύπα» και όχι να κάνουν αυτό για το οποίο έχουν οριστεί –την προστασία όλων των πολιτών της χώρας, των νόμων και του Συντάγματος-, γίνονται αντικείμενο μίσους και απαξίωσης. Συχνά και στόχος δολοφονικών επιθέσεων, τις οποίες οι πολιτικοί τους προϊστάμενοι εκμεταλεύονται για την εξυπηρέτηση των δικών τους στόχων (δείτε εδώ).

Αλλά υπάρχει και μια τελευταία, αγνοημένη, παράμετρος: η ίδια η άρχουσα τάξη θίγεται από αυτή την κατάσταση στο βαθμό που δεν μπορεί να απολαύσει την εξουσία ή τα αγαθά που έχει συσσωρεύσει: η τρομοκρατία που γεννάται δεν αφήνει κανέναν απ’ έξω (δείτε σχετικό άρθρο μου εδώ).


Όπως βλέπουμε, υπάρχουν πολύ συγκεκριμένοι λόγοι για την παρουσίαση των μαθητών, φοιτητών, εργαζομένων κλπ. ως άτομα που δεν σέβονται τη ζωή και την περιουσία του συνανθρώπου τους, που δεν σέβονται το «δημοκρατικό μας πολίτευμα». Και φέτος, ένα χρόνο μετά τη δολοφονία του Γρηγορόπουλου, οι δυνάμεις που είχαν αυτούς τους λόγους υπήρξαν καίρια προετοιμασμένες και συντονισμένες. Σε τέτοιο βαθμό ώστε να είναι προφανής η προσπάθειά τους. Και δεν έχει μείνει θεσμικός φορέας στον οποίο να (ελπίζει ότι μπορεί να) καταφύγει κανείς.

Με αυτή την έννοια, οι συνήθεις παραινέσεις που ακούγονται αυτές τις μέρες (από δημοσιογράφους, αναλυτές, πρυτάνεις και αντιπρυτάνεις, κ.ά.) μόνο επιζήμιες είναι επί της ουσίας. Ας δούμε τις δύο κυριότερες από αυτές:


«Η χρήση βίας, έστω και ως απάντηση σε τυχόν κρατική βία, δεν οδηγεί πουθενά. Υπάρχουν θεσμοί, στους οποίους μπορούμε να προσφύγουμε, ενάντια στις τυχόν αυθαίρετες και αντισυνταγματικές στάσεις κρατικών οργάνων». Αυτή η παραίνεση μόνο επικίνδυνη μπορεί να αποβεί διότι επιφέρει το αντίθετο από το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα: νομιμοποιεί τη βία. Αυτό επειδή, αν η απάντηση στην κρατική αυθαιρεσία είναι οι κρατικοί θεσμοί, οι οποίοι μάλιστα λειτουργούν με τους προαναφερθέντες τρόπους, προφανώς η βία νομιμοποιείται αφού δικαιολογείται σε περίπτωση που δεν μπορεί να καταφύγει κανείς στους θεσμούς!


«Δημοκρατία έχουμε, δεν μπορείτε να τα σπάτε», επιμένουν οι... παραινούντες απέναντι σε μαθητές που επιμένουν, με τη σειρά τους, ότι δεν βιαιοπράγησαν, καταφέροντας ακόμη ένα πλήγμα στην έννοια της δημοκρατίας. Αυτό δημιουργεί πολλά ερωτήματα. Ένα ερώτημα είναι: αυτοί που αρθρογραφούν καθημερινά για την κατάσταση της χώρας, για την κρίση διαφθοράς που μας έχει κατατάξει πρώτους στην Ευρώπη, για την ανικανότητα των κρατικών λειτουργών κλπ., γιατί απέναντι στους διαμαρτυρόμενους κάνουν σαν ποτέ να μην τα έγραψαν αυτά; Ποιον ρόλο επιτελούν όταν δήθεν κατακεραυνώνουν την πολιτική εξουσία για τις εμφανείς δυσλειτουργίες του συστήματος, αλλά απέναντι σε αυτούς που αντιδρούν έξω από το πληκτρολόγιο του υπολογιστή τους γίνονται συκοφάντες; Αλήθεια απορούν με όσους αμφισβητούν την υγιή λειτουργία του πολιτικού μας συστήματος; Γιατί κοιτούν με απαξιωτική απορία τα «παιδιά» όταν μειδιούν μπροστά στη φράση «έχουμε Δικαιοσύνη» αφού από αυτούς έμαθαν ότι δεν έχουμε;


Θα μπορούσε να εικάσει κανείς ότι η φράση «Δημοκρατία έχουμε» εξαρτάται από τις απαιτήσεις που έχει κανείς από «τη Δημοκρατία μας». Κι εδώ το παρελθόν της συνενοχής αντί της κάθαρσης μας στοιχειώνει ξανά. Η φράση «Δημοκρατία έχουμε» είναι μια φράση συνενοχής και, ταυτόχρονα, μια απροθυμία παραδοχής της ευθύνης. Είναι η συνενοχή γι’ αυτά που η περίφημη «γενιά του Πολυτεχνείου» δέχτηκε αβίαστα και πάνω στα οποία έχτισε τη δική της ζωή ευημερίας και βολέματος, καλώντας όλους τους Έλληνες στο μεγάλο φαγοπότι των ευρωπαϊκών κονδυλίων χωρίς καμία διάθεση πραγματικής δημιουργίας στη χώρα. Μια γενιά που δεν μίλησε όταν επιβλήθηκε η χούντα, κατά την οποία «τρώγαμε με χρυσά κουτάλια». Μια γενιά που δεν μίλησε όταν σκοτώθηκαν οι «αλήτες ταραξίες» στο Πολυτεχνείο διεκδικώντας μια πιο ανθρώπινη και ελεύθερη ζωή. Μια γενιά που δέχτηκε τις αποικιοκρατικού τύπου «δημοκρατικές διαδικασίες» που έφεραν τον Κωνσταντίνο Καραμανλή στην ηγεσία της χώρας και μια γενική αμνηστία στους βασανιστές της χούντας. Που εξιλεώθηκε με την ψευδαίσθηση της «γενιάς του Πολυτεχνείου» και μετέβαλε την επέτειο σε γιορτή όπου ο καθένας κατέθετε τη συνείδησή του, αντί να συνεχίσει τον αγώνα. Που δέχτηκε τον σωτήρα Ανδρέα Παπανδρέου και παρέμεινε παθητική στις ρητορείες του ξεκοκαλίζοντας τα ευρωπαϊκά χρήματα που προορίζονταν για την ανάπτυξη των υποδομών της χώρας. Που κατέκρινε τον ίδιο σωτήρα όταν φάνηκε η αποτυχία του, χωρίς να αναλογιστεί τη δική της αποτυχία. Που μεγάλωσε τα παιδιά της μέσα στον καταναλωτισμό και τα υλικά αγαθά, για να τα κατηγορήσει αυτάρεσκα μετά, όταν η έλλειψη υποδομών φάνηκε στην αδυναμία των νέων πτυχιούχων να βρουν μια αξιοπρεπή εργασία στη χώρα τους. Που... της αρκεί η επίφαση δημοκρατίας που έχουμε αφού, ούτως ή άλλως, δεν πάλεψε για κάτι καλύτερο.

Αυτοί οι άνθρωποι εξαργυρώνουν το όραμα μέσα από θέσεις που τους δίνουν βήμα στον δημόσιο λόγο. Και μέσα απ’ αυτόν τον λόγο, ενεργούν υπέρ αυτού του συστήματος που, όταν θέλουν να δείξουν ότι σκέφτονται, κατακρίνουν με σφοδρότητα. Απλώς για να δικαιολογήσουν τη θέση τους. Χωρίς να την αφήνουν...


ΥΓ:
Μέσα σε αυτόν τον παραλογισμό και την ιδεολογική ταύτιση των αντιεξουσιαστών με τη βία, φαίνεται ότι η τοποθέτηση του ΠΑΣΟΚ και του προέδρου του Γιώργου Παπανδρέου όταν κέρδισαν τις φετινές εκλογές, "είμαστε αντιεξουσιαστές στην εξουσία", είχε μία συνέπεια!

 

 

 

 

Σχόλια
Προσθήκη νέου
Γράψτε σχόλιο
Όνομα:
Email:
 
Website:
Τίτλος:
 
Please input the anti-spam code that you can read in the image.

3.25 Copyright (C) 2007 Alain Georgette / Copyright (C) 2006 Frantisek Hliva. All rights reserved."

 
RSS