HomeΓια ΜέναΔημοσιεύσειςΔιάχυση ΓνώσηςΔημοσιογραφίαΦωτογραφίεςΝτοκιμαντέρΕπικοινωνία
Home arrow Δημοσιογραφία arrow Αναλύσεις arrow Άνθρωπος γεννιέσαι ή γίνεσαι;
Άνθρωπος γεννιέσαι ή γίνεσαι; Εκτύπωση E-mail
03.03.10
04.03.2010
Τελικά, το επίκαιρο αυτό ερώτημα εισέρχεται συνεχώς στη ζωή μας από πολλές μεριές. Άνθρωπος [...Γαύρος, Μετανάστης, Έλληνας, Μαλάκας, κ.λπ.] γεννιέσαι ή γίνεσαι;


Εγώ δεν σκεφτόμουν αυτό το ερώτημα βασικά. Απλώς διάβαζα το βιβλίο μου Ταξίδι στη Σαμοθράκη με κάτι φίλους ψάχνοντας μια κοινή αναφορά, και έπεσα στο εξής:
Όμως, κάτι ξεστόμισα μόλις τώρα. Κάτι περί επιτυχούς εξανθρωπισμού! Δηλαδή, δικαίως θα αναρωτηθεί κανείς, ο άνθρωπος δεν γεννιέται; Γίνεται; Και είναι δυνατόν κάποιος να γίνει… λιγότερο άνθρωπος από κάποιον άλλον; (σελ. 151).

Πόσο επίκαιρο το ερώτημα! Μα γιατί άραγε το είχα θέσει σε εκείνο το σημείο
Η αλήθεια είναι ότι μιλούσα περί βλακείας. Με κάποια αφορμή, δεν έχει σημασία. Θέλω να το μοιραστώ μαζί σας, στα πλαίσια του σχετικού διαλόγου: ... γεννιέσαι ή γίνεσαι;

Κατεβάσετε αν θέλετε το κείμενο που ακολουθεί εδώ [Aπ' όπου προτείνω να το διαβάσετε κιόλας - ιδεατά χαλαροί και διαθέτοντας κάνα μισάωρο. Μάλιστα, μια μικρή συνέχεια του κειμένου είναι ήδη αναρτημένη εδώ - για το χαλάρωμα]


[Παρένθεση: περί βλακείας και εξανθρωπισμού

Η βλακεία δεν είναι μια εκ γενετής κατάσταση, ένα βιολογικό δεδομένο. Οι περιπτώσεις ανθρώπων που γεννιούνται με κάποια πνευματική υστέρηση είναι ειδικές, υπό την έννοια ότι η αδυναμία τους αυτή είναι βιολογική: μη ηθελημένη και, κυρίως, χωρίς υπαιτιότητα. Κατά συνέπεια, όχι μόνο δεν μπορούν να κατηγορηθούν γι’ αυτό ή να χαρακτηριστούν με υβριστικό και προσβλητικό τρόπο, αλλά και οφείλεται κάποιας μορφής μέριμνα γι’ αυτούς τους οποίους η φύση αποστέρησε από τα αυτονόητα. Οφείλεται από την κοινωνία και την Πολιτεία. Μια στοιχειωδώς πολιτισμένη κοινωνία πρέπει να δείχνει ιδιαίτερη φροντίδα και σεβασμό σε όσους γεννιούνται με πνευματικές ή σωματικές αδυναμίες ως ελάχιστη συνεισφορά στην αποκατάσταση της αδικίας που τους έγινε απ’ τη φύση.

Η βλακεία, ή ηλιθιότητα[1], αντιθέτως, είναι μια (ατομική, πολιτική, κοινωνική) κατάσταση που προκύπτει από τη μη αξιοποίηση των πνευματικών δυνάμεων του κάθε ατόμου και τη μη λογική επεξεργασία των δεδομένων.

Η κατάσταση βλακείας προκύπτει απ’ την ανάγκη εφησυχασμού και μετάθεσης των ευθυνών, απ’ την πίστη σε αυθεντίες και απ’ την τεμπελιά (πνευματική και σωματική). Είναι δηλαδή κατά βάση ατομική ευθύνη του κάθε ατόμου αν θα υποπέσει σε αυτήν, πόσο συχνά και σε ποιους τομείς της ζωής του – χωρίς να υποτιμάται φυσικά και η οικογενειακή ευθύνη[2]. Άλλωστε, μορφή βλακείας είναι και η ανοχή της ηλιθιότητας των άλλων – αυτό που λέμε «Μα, για βλάκα με πέρασε;». Όταν η συμπεριφορά κάποιου που σε περνάει για βλάκα αφήνεται να υπερισχύσει, τότε συμπαρασύρεσαι μαζί του στο επίπεδο του βλάκα. Ακόμη κι αν δεν τον έχεις πιστέψει. Εξ ου και ισχύει και εδώ ότι η σιωπή είναι συνενοχή.

Η κατάσταση βλακείας προκύπτει επίσης από την καλλιέργειά της σε ένα ευρύτερο πλαίσιο. Το ευρύτερο πλαίσιο αυτό μπορεί να είναι συλλογικό (κοινωνικό ή πολιτικό) ή ατομικό-διαπροσωπικό (π.χ. οικογένεια) και το συναντάμε σε οποιαδήποτε σχέση εξουσίας. Αυτή δε η καλλιέργεια γίνεται σιγά-σιγά και συγκαλυμμένα. Μάλιστα γίνεται ταυτόχρονα με την παρότρυνση να είσαι έξυπνος για να μη σε κοροϊδεύουν οι άλλοι! Αρκετές φορές η παρότρυνση αυτή είναι ειλικρινής. Πώς γίνεται αυτό; Μα, οι ίδιοι οι φορείς της παρότρυνσης έχουν υποστεί την καλλιέργεια της βλακείας και γίνονται τα γόνιμα φρούτα της, οι ασυνείδητοι φορείς της, χωρίς να το καταλαβαίνουν. Θα τολμούσα να πω πως στις περισσότερες περιπτώσεις οι άνθρωποι υποστηρίζουν την κατάσταση βλακείας χωρίς να το γνωρίζουν. Αυτό μόνο με κάποια παραδείγματα θα καταστεί σαφές.

Η βασική καλλιέργεια της βλακείας γίνεται μέσω της γαλούχησης στην αυθεντία και στην ιεραρχία. Και, όσο νωρίτερα, τόσο καλύτερα. Τα παιδιά, λοιπόν, μέσα στην οικογένεια μαθαίνουν για τον σεβασμό που οφείλουν εξ ορισμού στους γονείς, στους μεγάλους, στην αυθεντία: στην Αρχή γενικώς. «Μην αντιμιλάς στον πατέρα σου, άσε να πει και μια κουβέντα παραπάνω», επιπλήττεται το παιδί όταν εκφράσει αντιρρήσεις ή διαμαρτυρηθεί για παράλογες συμπεριφορές εις βάρος του, από τη «γλυκιά» μητέρα που σιγοντάρει την πατρική εξουσία. «Πρέπει να σέβεσαι τους μεγαλύτερους», σου λένε. Πρέπει. Εξ ορισμού. Όχι όταν το αξίζουν, όταν σου φέρονται κι αυτοί με σεβασμό. Απλώς εξ ορισμού! Την αξία της ιεραρχίας πρέπει να τη μάθει από νωρίς το παιδί.

«Γιατί πρέπει να σέβομαι κάποιον που δεν με σέβεται; Γιατί οφείλω μεγαλύτερο σεβασμό από τον άλλον; Γιατί ο σεβασμός να μην είναι πάντα και μόνον αμοιβαίος;», λέει το παιδί – όταν το λέει, διότι όσο μεγαλώνει μαθαίνει το μάθημά του. Η απάντηση έρχεται με το αποστομωτικό «επιχείρημα». «Γιατί έτσι πρέπει», ή απλώς «Πάλι αντιμιλάς;», «Όλο γλώσσα βγάζεις», και όλα τα σχετικά. Πόσοι δεν τα ’χουν ακούσει αυτά ως παιδιά; Και πόσοι δεν τα έχουν πει ως γονείς;

[«Τα λες αυτά επειδή δεν είσαι γονιός. Όταν κάνεις παιδιά θα τα πούμε!». Το απειλητικό… επιχείρημα που πάντα άκουγα στη ζωή μου απ’ όλους για όσα συνειδητά πίστευα. Με αυτόν τον τρόπο, οι άλλοι ικανοποιούνταν «στερώντας» μου τη συνειδητότητα των απόψεών μου. «Θα αλλάξεις απόψεις, θα δεις», μου ’λεγαν αυτάρεσκα οι συμμαθήτριές μου στο σχολείο όταν τους έλεγα διάφορες δικές μου απόψεις, αντίθετες από αυτά που μας έμαθαν να θέλουμε από μικρές. Τώρα, ύστερα από σχεδόν δύο δεκαετίες –πιστέψτε το ή όχι– μου απαντούν το ίδιο! Όλοι περιμένουν από σένα να μεγαλώσεις και ν’ αλλάξεις τα όμορφα πράγματα που πίστευες μικρή. Για να επιβεβαιωθούν οι ίδιοι που ποτέ δεν διέφεραν! Για να νιώσουν καλύτερα όσοι μεταλλάχτηκαν στην πορεία! Διότι, αν είσαι διαφορετική, τους υπενθυμίζεις ότι αυτοί δεν τα κατάφεραν. Ότι πρόδωσαν το παιδί μέσα τους. Αλλά, και πάλι… Και όταν ακόμη αποδεχτούν ότι πράττεις αυτά που πρέσβευες, θα βρουν δικαιολογίες για τον εαυτό τους. Τα άλλοθι άλλωστε περισσεύουν!]

Η καλή μου φίλη, η Κάτια, πρόσθεσε και μια άλλη παράμετρο στον συλλογισμό μου. Η σύγχρονη άποψη, είπε, αντίθετη με το «να ακούς τους μεγαλύτερους» είναι ίσως και χειρότερη. Είναι η ήπια έως χαζοχαρούμενη αντίδραση των μεγάλων στη χωρίς λόγο αυθάδεια των μικρών παιδιών απέναντι σε ηλικιωμένους, λόγου χάρη. «Αχ, τι χαριτωμένο που είναι», χαζογελούν οι μεγάλοι όταν το μικρό παιδί δώσει… μπουνίτσα στον παππού ή απαντήσει με αγένεια, ή ακόμη και υβριστικά. Έτσι, χάνεται το μέτρο και οι νέοι άνθρωποι δεν κατανοούν τη διαφορά της κριτικής αμφισβήτησης από την αυθάδικη απόρριψη των πάντων.

Αυτά και άλλα παραδείγματα υπάρχουν. Ταυτόχρονα γαλουχείσαι στο «πίστευε και μη ερεύνα»[3]. Και αν δεν γυρίσεις και το άλλο μάγουλο, κάποιο πρόβλημα έχεις.

Ακόμα και η οικογένεια έχει μηχανισμούς καταστολής. Αν τα παιδιά δεν συμμορφώνονται, υπάρχει η τιμωρία: στέρηση εξόδου, χαρτζιλικιού ή οτιδήποτε άλλου ευχαριστεί. Καμιά φορά και φυσική τιμωρία. Το ξύλο βγήκε απ’ τον Παράδεισο, λένε. Κυριολεκτικά, θα πρόσθετα. Φυσικά, δεν αναφέρομαι στις αναπόφευκτες τιμωρίες όταν απαιτούνται ώστε τα παιδιά να συνδυάσουν τις συμπεριφορές τους με τις αντίστοιχες συνέπειες. Αλλά, από την άλλη, ας μην ξεχνάμε ότι όσο πιο ατίθασο είναι ένα παιδί τόσο πιο αυθαίρετη συμπεριφορά έχει υποστεί. Τα παιδιά είναι ο καθρέφτης των γονιών τους. Και οι γονείς που τα βάζουν με τα παιδιά, απλώς επιδίδονται στο αγαπημένο σπορ του ανθρώπινου ψυχισμού: στη μετάθεση ευθυνών.

[Η φίλη μου η Κάτια λέει, επίσης, ότι ο πολιτισμός ενός ανθρώπου φαίνεται από τη συμπεριφορά του προς τους υφιστάμενούς του. «Στον ανώτερο όλοι καλά φέρονται. Όμως, στην πραγματικότητα η ποιότητα και ο πολιτισμός τους φαίνεται εκεί όπου δεν είναι υποχρεωμένοι ή εξαρτώμενοι», είπε με μια εργασιακή αφορμή. Το ίδιο θα πρόσθετα κι εγώ με αφορμή τη συμπεριφορά απέναντι στα παιδιά.]

Στα ίδια πρότυπα μεγαλώνουν τα παιδιά και στο σχολείο. Οι υποδοχείς της βλακείας διαμορφώνονται από μικρή ηλικία. Από τους φορείς –γονείς, δασκάλους– που κι αυτοί έτσι μεγάλωσαν. Και όσο και αν βελτιώνονται τα παιδαγωγικά συστήματα, η γαλούχηση στην αξία της Αρχής, της ιεραρχίας, της αυθεντίας, είναι πανταχού παρούσα∙ εκ γενετής. Και είναι η καλύτερη εκπαίδευση στη βλακεία, δηλαδή, στην άκριτη αποδοχή, ή στη σκέψη που στερείται βασικούς λογικούς κανόνες.

Πάνω σε αυτή την υποδομή, η συστηματική καλλιέργεια της βλακείας από τα Μ.Μ.Ε. και από τους επίσημους πολιτικούς φορείς βρίσκει εύφορο έδαφος. Έχουμε λοιπόν τα αναγκαία και ικανά συστατικά: εύφορο έδαφος και καλλιέργεια. Το άροτρο είναι η προπαγάνδα. Ειδικότερη ανάλυση του τρόπου λειτουργίας της προπαγάνδας θα κάνουμε σε άλλη πάροδο αυτού του ταξιδιού. Πάντως, τα βασικά συστατικά στοιχεία της καλλιέργειας της βλακείας απ’ τα Μ.Μ.Ε. και τους πολιτικούς φορείς [αυτοί οι δύο συνεργάζονται στενά και σε αυτό] είναι η στυγνή κοροϊδία, η έλλειψη καταγγελίας της με ποιοτικούς πολιτικά όρους με ταυτόχρονη υστερική και φωνάσκουσα δήθεν καταγγελία, ο καθοδηγούμενος διάλογος(;) και η διαρροή ψευδών πληροφοριών ως αυταπόδεικτες αλήθειες. Το κερασάκι στην τούρτα είναι η επίκληση της ευφυΐας των πολιτών και του σεβασμού τους: «μην προσβάλετε τον ελληνικό λαό, δεν είναι ηλίθιοι όσοι μας ψήφισαν» είπε στέλεχος του κυβερνώντος κόμματος σε αντίπαλο που κατήγγειλε ότι «κοροϊδεύουν τον κόσμο». Ή «ο κόσμος θα μας κρίνει». Τόσο αστείοι που ούτε να γελάσεις δεν μπορείς…

Ο Δικηγόρος του Διαβόλου μπαίνει τώρα όμως σε μεγάλο πειρασμό. Γιατί αφού, όπως ανέφερα, η υπαναχώρηση στη βλακεία υπακούει σε ανάγκες εφησυχασμού που καλλιεργούνται με συστηματικό τρόπο από τους φορείς εκείνους που υποτίθεται πως θα έπρεπε να μεριμνούν (και) για την αφύπνισή του (τα Μ.Μ.Ε.) ή την ορθολογική εκπαίδευσή του (εκπαιδευτικό σύστημα)… Γιατί τότε να κατηγορούμε τους βλάκες; Αφού δεν φταίνε αυτοί για τη βλακεία! Θύματα της προπαγάνδας και των εσωτερικών αναγκών δεν είναι; υπερασπίζεται την υπόθεσή του ο Δικηγόρος.

Ωραίο άλλοθι. Ωραίο ως λογικό. Και ευρέως διαδεδομένο. «Τι φταίει ο κοσμάκης»; «Το σύστημα φταίει», κ.λπ., κ.λπ. Δήθεν καταγγελία του συστήματος (προπαγάνδα) και καλόπιασμα του… κοσμάκη.

[«Κοσμάκης είσαι και φαίνεσαι, ρε»! όπως λέει και μια φίλη.]

Η απάντηση στον Δικηγόρο είναι κατ’ αρχάς απλή. Υπάρχουν στην κοινωνία μας, όπως και σε κάθε κοινωνία, άνθρωποι που σκέφτονται, που επεξεργάζονται λογικά τα δεδομένα, που αναζητούν την ενημέρωση και την επιβεβαίωση της πληροφορίας. Και, κυρίως, άνθρωποι που δρουν αναλόγως. Κι ας υπόκεινται κι αυτοί στις ίδιες συνθήκες ελλιπούς παιδείας, χειραγώγησης και καλλιέργειας της βλακείας. Κι ας είναι κι αυτοί άνθρωποι, οπότε έχουν εξίσου το δικαίωμα στον εφησυχασμό, στην τεμπελιά και στη μετάθεση ευθυνών. Δικαίωμα το οποίο δεν εξασκούν διότι επιθυμούν τον επιτυχή εξανθρωπισμό τους! Διότι, αντιθέτως, επιλέγουν συνειδητά την αντίσταση στη βλακεία. Καμιά φορά όχι επιτυχώς. Η επιλογή τους όμως έχει αξία. Και στερεί από τους άλλους το άλλοθι της μη υπαιτιότητας. Εφόσον λοιπόν κάποιοι, όντας στο ίδιο σύστημα και βιώνοντας τις ίδιες συνθήκες, δρουν διαφορετικά, θεμελιώνεται η δυνατότητα επιλογής και ευθύνης – διευρυμένη ή περιορισμένη, δεν έχει σημασία. Συνεπώς, υπάρχει υπαιτιότητα στη βλακεία.

Όμως, κάτι ξεστόμισα μόλις τώρα. Κάτι περί επιτυχούς εξανθρωπισμού! Δηλαδή, δικαίως θα αναρωτηθεί κανείς, ο άνθρωπος δεν γεννιέται; Γίνεται; Και είναι δυνατόν κάποιος να γίνει… λιγότερο άνθρωπος από κάποιον άλλον; Μια επεξήγηση απαιτείται σ’ αυτό το σημείο.


Περί επιτυχούς εξανθρωπισμού:
Τεράστιο το ζήτημα που ανοίγεται και δύσκολο να αναλυθεί σε μια παρένθεση. Επειδή, όμως, και εγώ η ίδια αλλά και άλλοι μελετητές
[4] έχουμε ασχοληθεί αλλού με τις διάφορες παραμέτρους του (που είναι εξίσου πολλές), θα προβώ σε μια σύνοψη των σημαντικότερων δεδομένων.

Ο άνθρωπος είναι, όπως έχω προαναφέρει, ένα ακόμη ζώο του απέραντου ζωικού βασιλείου. Ούτε το πρώτο, ούτε το τελευταίο. Κυριολεκτικά δηλαδή: οι δεινόσαυροι, για παράδειγμα, προϋπήρξαν του ανθρώπου, ενώ οι… κατσαρίδες θα επιβιώσουν σε περίπτωση αφανισμού του ανθρώπου απ’ τη γη. Πέρα απ’ αυτή την κυριολεξία, βέβαια, τα πράγματα είναι πιο περίπλοκα. Από τη μία, δεν θεωρώ ότι ο άνθρωπος είναι αξιακά ανώτερος από τα άλλα ζώα. Ανήκει στον ίδιο Κύκλο της Ζωής και δεν έχει περισσότερα δικαιώματα σ’ αυτόν απ’ τα άλλα μέλη του κύκλου – ζώα ή φυτά. Από την άλλη, έχει κάποιες ιδιαίτερες ικανότητες που τον διαφοροποιούν πραγματικά –πραγματικά, όχι αξιακά!– από τα άλλα ζώα. Η ιδιαιτερότητα του ανθρώπου έχει να κάνει με τις πνευματικές του λειτουργίες. Έχει την ικανότητα μνήμης και λογικής επεξεργασίας με τέτοιο τρόπο ώστε να μπορεί να πραγματοποιεί πολύπλοκες μαθηματικά συναρτήσεις, δηλαδή συναρτήσεις λογικής συνεπαγωγής. Η μνήμη τον βοηθά να χτίζει μια λογική συνάρτηση πάνω σε μια άλλη ώστε να παράγει ιστορική συνέχεια και γνώση. Δηλαδή η γνώση που αποκτά μέσω της εμπειρίας και της λογικής επεξεργασίας καταγράφεται με τρόπο που να μπορεί να κληροδοτηθεί στις επόμενες γενιές.

Αυτό φυσικά δεν ισχύει για τα υπόλοιπα ζώα, των οποίων η εμπειρία και η όποια νοητική δραστηριότητα πεθαίνει με τον θάνατό τους. Και τα συναισθήματά τους δεν δίνουν αφορμή για ποιήματα, τραγούδια κ.λπ. Αν και ποτέ δεν ξέρεις τι τιτιβίζουν πάνω στα κλαδιά…

Συνεπώς, ο άνθρωπος διαφοροποιείται από τα υπόλοιπα ζώα στον βαθμό που χρησιμοποιεί και εκμεταλλεύεται το μόνο στοιχείο που τον διαχωρίζει από αυτά: τη λογική και τη (συσσωρευμένη) μνήμη. Ας το κρατήσουμε αυτό στο μυαλό μας καθώς συνεχίζουμε. Ως κρατούμενο.

Φαίνεται πως η λογική υπήρξε το μόνο όπλο επιβίωσης του ανθρώπου μέσα σε μια ζούγκλα όπου η ισχύς –η σωματική ισχύς– εξασφάλιζε τη ζωή. Ας μην ξεχνάμε πως ο άνθρωπος είναι παμφάγο ζώο∙ συνεπώς και σαρκοφάγο. Από τα σαρκοφάγα θηλαστικά του πλανήτη, ο άνθρωπος είναι το πιο αδύναμο: δεν έχει ούτε νύχια, ούτε κοφτερά δόντια, ούτε γούνα στο κορμί για να μην κρυώνει! Ο μόνος τρόπος επιβίωσής του είναι εφευρίσκοντας τρόπους τροφής και προστασίας συνασπιζόμενος, ταυτόχρονα, με τους υπόλοιπους του είδους του. Η ζωή σε αγέλες εξυπηρετούσε αυτόν τον σκοπό. Στις αγέλες, στην κοινή ζωή δηλαδή, αναπτύχθηκε η επικοινωνία, ως αναγκαιότητα συνύπαρξης, μέσω της ομιλίας και της γραφής. Και φυσικά οι κώδικες επικοινωνίας: οι Γλώσσες. Έτσι, οι αγέλες έγιναν κοινωνίες.

Βασικό χαρακτηριστικό των κοινωνιών είναι η ύπαρξη κανόνων. Οι κανόνες επιβάλλουν ή απαγορεύουν. Συνεπώς, καθορίζουν συμπεριφορές. Χωρίς τους κανόνες η κοινωνική ζωή δεν θα μπορούσε να υπάρχει. Αυτό επειδή η ορμητική (ή ενστικτώδης) συμπεριφορά των ανθρώπων έχει έντονα αντικοινωνικά στοιχεία. Είναι αντικοινωνική ως ζωική! Στο ζωικό βασίλειο δεν υπάρχει φόνος, δεν υπάρχει βιασμός, δεν υπάρχει κλεψιά, δεν υπάρχει εξουσιασμός, δεν υπάρχει τεμπελιά, δεν υπάρχει εργασιομανία. Υπάρχει μόνο επιβίωση. Στις ανθρώπινες κοινωνίες, και στον βαθμό που δεν τίθεται απλώς θέμα επιβίωσης, τα άτομα ενεργούν διαφορετικά. Οι κανόνες αφορούν το πρέπει της διατήρησης της κοινωνίας εναντίον των ορμών. Και δεν θα υπήρχαν αν δεν επιβαλλόταν να υπάρχουν. Δηλαδή, αν η εγγενής, η έμφυτη ροπή της ζωικής φύσης των ανθρώπων δεν ήταν προς το αντίθετο των κανόνων. Ταυτόχρονα, όμως, οι κανόνες αφορούν το πρέπει της διατήρησης της κοινωνίας για χάρη των ορμών. Για παράδειγμα, η κοινωνία εξυπηρετεί (τουλάχιστον εξυπηρετούσε αρχικά) την επιβίωση. Την οποία επιτάσσει η ορμή της αυτοσυντήρησης. Όλα είναι ένα∙ έστω και μέσω αντιφάσεων.

Η νεοϊδρυθείσα στις αρχές του 20ου αιώνα επιστήμη της ψυχανάλυσης το διατύπωσε με σαφήνεια. Ο άνθρωπος γεννιέται με τις ορμές της αυτοσυντήρησης, της σεξουαλικότητας και της επιθετικότητας. Μάλιστα, οι δύο πρώτες κατηγοριοποιούνται ως ορμές της ζωής (Έρωτας) και οι τρίτες απλώς ως ορμές της επιθετικότητας ή καταστροφής (Θάνατος). Οι λειτουργίες τους είναι οι προφανείς. Οι ορμές της αυτοσυντήρησης σχετίζονται με όλες τις βιοτικές λειτουργίες του ανθρώπου (π.χ. τροφή, νερό) αλλά και τα άμεσα συνεπαγόμενά τους (προστασία, αποφυγή κινδύνου κ.λπ.). Οι ορμές της σεξουαλικότητας αφορούν την αναπαραγωγή του είδους (σεξουαλική ευχαρίστηση, ηδονή κ.ά.) αλλά σχετίζονται γενικότερα και με τη δημιουργία δεσμών αγάπης, φιλίας και εξοικείωσης (γι’ αυτό και αναφέρονται και ως ορμές αγάπης). Έτσι, στις ορμές της ζωής αποδίδονται, εκτός απ’ την επιβίωση και την αναπαραγωγή, η δημιουργία ομάδων στη βάση κοινών στόχων, ενδιαφερόντων ή αγάπης, καθώς και η κοινωνία η ίδια. Τέλος, οι ορμές της επιθετικότητας είναι αυτές που επιδιώκουν την καταστροφή ή ακόμη και τον θάνατο. Κατευθύνονται είτε προς τα έξω, εκδηλώνοντας τάσεις κυριαρχίας και επιθετικότητας προς ό,τι περιβάλλει το άτομο, είτε προς τα μέσα, προς τον ίδιο τον εαυτό (π.χ. αυτοκαταστροφή ή και αυτοκτονία). Πάντως, δεδομένου ότι υπάρχει ήδη η ισχυρότατη ορμή της αυτοσυντήρησης, η επιθετικότητα διαχέεται συνήθως προς τα έξω και σπανιότερα προς το ίδιο το άτομο.

Θα μπορούσαμε ίσως να συνδέσουμε την ορμή της επιθετικότητας με την αίσθηση αδυναμίας του ανθρώπινου όντος. Στο συμπέρασμα αυτό οδηγεί η παρατηρημένη εκδήλωση δυσαρέσκειας και επιθετικότητας του μικρού παιδιού όταν διαπιστώνει ότι είναι αδύναμο βιολογικά και εξαρτώμενο από τους άλλους. Εξάρτηση που του είναι όμως επιβεβλημένη αν θέλει να επιβιώσει. Έτσι, η αναγκαιότητα της κοινωνίας του Άλλου γίνεται κατανοητή στο παιδί ήδη από μωρό, ταυτόχρονα με την… αγανάκτηση που του επιφέρει. Ίσως το γεγονός αυτό συνδέεται με την εκδήλωση επιφυλακτικότητας ή και εχθρότητας όσων –ατόμων, ομάδων ή κρατών– αισθάνονται αδύναμοι ή για οποιονδήποτε λόγο μειονεκτικά απέναντι στους άλλους. Για παράδειγμα, οι πιο ζηλιάρηδες άνθρωποι είναι αυτοί που έχουν έντονη ανασφάλεια∙ επίσης, τα έθνη με συλλογικό αίσθημα κατωτερότητας αναζητούν συνεχώς τρόπους να κυριαρχήσουν ή να επιδείξουν μια οποιαδήποτε επιτυχία τους. Και ούτω καθεξής.

Σε κάθε περίπτωση, δύο βασικά συμπεράσματα για τις ορμές είναι τα εξής:

πρώτον, στηριζόμενες σε σωματικά-βιολογικά ερεθίσματα δημιουργούν –παρεμπιπτόντως, θα λέγαμε– αντίστοιχες ψυχολογικές ανάγκες και επιθυμίες. Για παράδειγμα:

ορμή της αυτοσυντήρησης → αίσθηση ασφάλειας, ομαδοποίηση → αναπαραγωγή → αγάπη, φιλία, επιθετικότητα → άμυνα, ομαδοποίηση.

δεύτερον, αν και φαινομενικά αντικρουόμενες σε ορισμένες λειτουργίες τους, οι ορμές λειτουργούν αρμονικά και σαφώς συμπληρωματικά μεταξύ τους. Η αντιφατικότητά τους διαπιστώνεται κυρίως στον συναισθηματικό κόσμο των ανθρώπων (π.χ. συνύπαρξη αγάπης-μίσους).

Αυτό που μας ενδιαφέρει εδώ, αναφορικά με τον… εξανθρωπισμό του ανθρώπου, είναι η λεπτή διαφορά που ξεχωρίζει την ορμή από το ένστικτο, καθώς οι έννοιες χρησιμοποιούνται ευρέως ως συνώνυμες. Ο όρος ένστικτο συνδέεται στενά με τις βιοτικές και αναγκαίες λειτουργίες του οργανισμού, χωρίς τις οποίες θίγεται η επιβίωσή του. Είναι μία απόλυτη σχέση ερεθίσματος και ικανοποίησής του που δεν διαμεσολαβείται από καμία άλλη παράμετρο: πεινάω= θα φάω ό,τι και να γίνει. Οι ορμές έχουν την ίδια ακριβώς βάση, αλλά διαφέρουν κατά το ότι μπορούν να διαμεσολαβηθούν λογικά, κοινωνικά κ.λπ. Είναι προφανές ότι τα ένστικτα αναφέρονται στα ζώα και οι ορμές στους ανθρώπους, αφού η διαφορά των δύο έγκειται στη δυνατότητα λογικής διαμεσολάβησης. Δηλαδή: πεινάω= θα (προσπαθήσω να) φάω[5].

Αυτή είναι μια λεπτομέρεια, αλλά εξόχως σημαντική, διότι σε αυτή στηρίζεται η προσπάθεια εξύψωσης του ανθρώπου σε ένα άλλο επίπεδο, ανώτερου του ζώου (πνευματικώς): η λογική διαμεσολάβηση των ορμών και η συνακόλουθη μετουσίωσή τους (μετάλλαξή τους) σε κάτι πιο ευγενές. Το ζώο όταν πεινάει θ’ αρπάξει την τροφή του. Όταν έρθει η ώρα ν’ αναπαραχθεί, θα προσεγγίσει το θηλυκό. Στον άνθρωπο γίνονται και αυτά, αλλά υπάρχουν και επιπλέον διαδικασίες. Για παράδειγμα, η εργασία γίνεται κατ’ αρχάς για την τροφή, αλλά έχει και το στοιχείο της δημιουργίας, της ευχαρίστησης (όταν έχει δημιουργία) και του ευγενούς ανταγωνισμού (άμιλλα). Έτσι, οι εγωιστικές τάσεις του ανθρώπου δίνουν αφορμή για εξέλιξη. Οι ορμές μετουσιώνονται. Η αναπαραγωγή, επίσης, γίνεται φλερτ, έρωτας, παιχνίδι. Και ούτω καθεξής.

Το μεγαλύτερο ζήτημα της μετουσίωσης των ορμών, δηλαδή της διοχέτευσής τους μέσω άλλων, διαφορετικών ενεργειών, μας προβληματίζει όσον αφορά κυρίως τις επιθετικές ορμές. Αυτές είναι απολύτως αναγκαίο να μετουσιώνονται σε κάτι άλλο για να μπορεί να υπάρχει η κοινωνία των ανθρώπων. Αλλιώς γίνεται κοινωνία των ζώων. Δηλαδή ζούγκλα. Η ζούγκλα δεν είναι μια κοινωνία χωρίς κανόνες, όπως ίσως να νομίζει κανείς. Είναι όμως μια κοινωνία όπου ισχύει ένας κανόνας: αυτός του πιο ισχυρού. Φυσιολογικό∙ για τα ζώα! Για τους ανθρώπους, όμως, που διαθέτουν λογική, οι κανόνες απαγορεύουν στην καθημερινότητα (τους) τις εκδηλώσεις σωματικής ισχύος χάριν της κοινωνικής συνύπαρξης.

Για να κατανοήσει κανείς ακριβώς τη διαφορά ενστίκτου και ορμής, άρα και τις δυνατότητες εξανθρωπισμού, αρκεί να σκεφτεί τη συμπεριφορά των ζώων. Ένας σκύλος, για παράδειγμα, που δεν έχει ζευγαρώσει και το σεξουαλικό του ένστικτο βρίσκεται στα… κόκκινα, είναι δυνατόν να ορμήσει κάνοντας τη χαρακτηριστική κίνηση σαν να είναι με σκυλίτσα – έστω και στον αέρα[6]! Αυτό είναι το σεξουαλικό ένστικτο στα ζώα. Από τον άνθρωπο, φυσικά, δεν περιμένουμε τέτοια συμπεριφορά. Όσους, για παράδειγμα, επιτίθενται σε άλλους χωρίς την απαραίτητη κοινωνική διαμεσολάβηση στη σκέψη τους (βιαστές, παιδεραστές, κτηνοβάτες) τους αποκαλούμε «κτήνη». Ο χαρακτηρισμός αυτός, που υποβιβάζει τον άνθρωπο στην κατηγορία του ζώου, προκαλείται ακριβώς όταν ο άνθρωπος φέρεται ως ζώο, δηλαδή με ενστικτώδεις ενέργειες και όχι ορμητικές. Μάλιστα, είναι ιδιαιτέρως υποτιμητικό να αποκαλείται κάποιος «κτήνος», δηλαδή κατατάσσεται σε κατηγορία υποδεέστερη και από του ζώου, ακριβώς επειδή θα μπορούσε να μην είναι ζώο αλλά παρέμεινε σε αυτή την κατηγορία. Πιο ήπια αντιμετωπίζονται όσοι απλώς φερθούν με τρόπο ανάρμοστο προς τους γύρω τους: τους αποκαλούμε… γαϊδούρια. [Τα καημένα τα γαϊδουράκια!]

Όπως γίνεται κατανοητό, αυτή η δυνατότητα κάποιου να γίνει άνθρωπος ή να παραμείνει ζώο είναι καθοριστική για την κρίση μας απέναντί του. Όσο περισσότερες δυνατότητες έχει κάποιος και δεν τις εκμεταλλεύεται, τόσο πιο κατακριτέος καθίσταται. Δηλαδή, ένας βοσκός απομονωμένος στο βουνό με το κοπάδι του δεν θα μας έκανε ιδιαίτερη εντύπωση αν οι τρόποι του ήταν πιο… brutal, όπως λέμε. Αντίστοιχα, ένας μορφωμένος και καλλιεργημένος άνθρωπος, μεγαλωμένος σε κοινωνικά πολιτισμένο περιβάλλον, προκαλεί τον χαρακτηρισμό «υπάνθρωπος» όταν εγκληματεί βάναυσα εναντίον άλλων. Αυτό επειδή, η ανατροφή του μέσα στις καλύτερες προϋποθέσεις δεν του δίνει κανένα ελαφρυντικό για τη μη αξιοποίησή τους. Απ’ αυτή την άποψη, ο επιστήμονας και γιατρός Μένγκελε που έκανε πειραματόζωα τους Εβραίους στο Άουσβιτς είναι προφανώς πολύ περισσότερο καταδικαστέος από έναν ερημίτη βιαστή ή έναν απομονωμένο κανίβαλο!

→ Αλαζονεία: η βλακεία των έξυπνων!

Συνεπώς, ο άνθρωπος είναι ένα ζώο που γεννιέται με τη δυνατότητα εξ-ανθρωπισμού του. Η δυνατότητα αυτή βρίσκεται στη λογική και μπορεί να καλλιεργηθεί. Η καλλιέργειά της γίνεται μόνο μέσω της επικοινωνίας με άλλους ανθρώπους. Η επικοινωνία αυτή είναι που κινητοποιεί τη λογική. Για την πρωτεύουσα σημασία της επι-κοινωνίας θα αναφέρω μόνο τούτο.

Κατά καιρούς έχουμε ακούσει για παιδιά που είχαν χαθεί στο δάσος ή στη ζούγκλα, τα οποία ανακαλύφθηκαν αργότερα μεγαλωμένα από ζώα (λύκους, αρκούδες και χιμπατζήδες κυρίως). Από συγκριτικές μελέτες που έχουν γίνει σχετικά με τη μετέπειτα πορεία των παιδιών, προέκυψε ότι ποτέ δεν κατάφεραν να ενταχθούν στο κοινωνικό σύνολο. Μάλιστα, τα περισσότερα απ’ αυτά πέθαναν, αφού πέρασαν ορισμένο χρονικό διάστημα σε ιδρύματα. Ιδιαίτερα αποκαλυπτικό είναι ότι δεν κατάφεραν ποτέ να διατυπώσουν έναρθρο λόγο και, επίσης, ότι στη συντριπτική τους πλειονότητα δεν περπάτησαν ποτέ στα δύο πόδια! Φαίνεται πως ο άνθρωπος, σε όλες τις εκφάνσεις του, δεν γεννιέται αλλά γίνεται!

Οι έρευνες αυτές μας οδηγούν σε δύο βασικά συμπεράσματα. Το πρώτο είναι η καθοριστική σημασία της ανατροφής για τη μετέπειτα πορεία του ανθρώπου. Ήδη γνωρίζαμε απ’ την ψυχανάλυση πως το σημαντικότερο κομμάτι του χαρακτήρα του παιδιού διαμορφώνεται ως τα 5 του χρόνια. Όμως εδώ βλέπουμε πως ακόμα και βασικές λειτουργίες, όπως το αν θα περπατήσει, μαθαίνονται στα πρώτα χρόνια της ζωής του. Το δεύτερο, συναφές συμπέρασμα, είναι η σημασία της επικοινωνίας με άλλους ανθρώπους για την ανάπτυξη των νοητικών ικανοτήτων ενός παιδιού. Δηλαδή, η νόησή του υπάρχει σε μια λανθάνουσα κατάσταση. Είναι, θα λέγαμε, stand-by, σε αναμονή. Το αν θα λειτουργήσει εξαρτάται απ’ το αν κάποιος θα… πατήσει το κουμπί – και πόσο συχνά!

Κι έτσι κατανοούμε πως, ενώ η φύση του ανθρώπου είναι αντικοινωνική ως ζωική, είναι ταυτόχρονα κοινωνική ως ανθρώπινη! Όμως και οι δύο υπάρχουν μέσα μας.

Επαφή, συζήτηση, πληροφόρηση, αναζήτηση, μέθεξη. Επικοινωνία. Ο εξανθρωπισμός ως μια συνεχής διαδικασία και όχι δεδομένο της ζωής.

* * *

Η αφορμή για τη μεγάλη αυτή ανάλυση περί ανθρώπινης φύσης και εξανθρωπισμού ήταν η αντίσταση στην καλλιεργούμενη βλακεία και στην έμφυτη ροπή προς την άμεση (χωρίς διαμεσολάβηση δηλαδή) ικανοποίηση των ορμών. Ας το πούμε απλά. Υπάρχει μέσα μας η ροπή προς το καλό και το κακό. Το τι θα επιλέξουμε είναι καθαρά δικό μας θέμα. Αλλά, η επιλογή δεν είναι «εφάπαξ»: είναι μια συνεχής πρόκληση. Και μάλιστα με απεριόριστες «γκρίζες ζώνες»!

Η καλλιεργούμενη βλακεία είναι ουσιαστικά η συστηματική και οργανωμένη περιχαράκωση της λογικής και η επιλεκτική ενθάρρυνση των ορμών/ενστίκτων! Η οποία, επειδή υπάρχει ήδη η έμφυτη –άρα πανίσχυρη– ροπή προς αυτά, είναι αρκετά επιτυχής.

Η προπαγάνδα πάντα απευθύνεται στο θυμικό, στα πάθη και στις ορμές των ανθρώπων. Παράδειγμα: όταν οι διαχειριστές της εξουσίας κλέβουν τα ταμεία των εργαζομένων στρέφουν ξαφνικά το ενδιαφέρον του κόσμου στα Σκόπια, στην Τουρκία, στον όποιο εν δυνάμει εχθρό[7]. Οι Άλλοι που… μας επιβουλεύονται είναι η απειλή. Και οι ανόητοι συσπειρώνονται βρίσκοντας άλλοθι σε μια πολιτική που καλλιεργεί τα πάθη (την επιθετικότητα προς τον Άλλον) αντί για τη λογική.

Αλλά οι ελέφαντες δεν μπορούν να κρυφτούν πίσω απ’ τις παπαρούνες! Κι επειδή δεν είναι όλοι βλάκες, τους έχουμε πια καταλάβει. Αυτό βέβαια δεν αρκεί για την έξοδο από τη βλακεία – την κατάσταση βλακείας. Απαιτείται και η αντίστοιχη δράση. Αυτή που αποδεικνύει πως… καταλάβαμε!

Θα πρέπει βέβαια να συμπληρώσουμε και κάτι ακόμη. Όπως είπαμε, η κοινωνική συμβίωση απαιτεί κανόνες στους οποίους όλοι συμφωνούν ώστε να προστατεύεται η κοινωνία από τις επιβουλές τις δικές μας και των άλλων. Επίσης, ο εξ-ανθρωπισμός προϋποθέτει ανάπτυξη της λογικής. Μάλιστα, οι κοινωνικοί κανόνες πρέπει οι ίδιοι να είναι προϊόντα της λογικής που σκοπό έχει να προστατέψει την κοινωνία απ’ τις καταστροφικές ορμές μας. Κανένας άλλος κανόνας δεν πρέπει να γίνεται παραδεκτός. Απεναντίας, αν αναπτύσσεται η νόηση και η κριτική ικανότητα, οι άνθρωποι θα μπορούν από μόνοι τους να επιβάλλουν αυτο-λογοκρισία στις αντικοινωνικές τους ορμές. Σε κάποιο βαθμό φυσικά.

Συνεπώς, οι κανόνες πρέπει να περιορίζονται σ’ αυτό: στην προστασία των ατόμων απ’ την τυχόν επιστροφή κάποιου στη ζωώδη κατάσταση. Οποιοσδήποτε άλλος κανόνας είναι περιοριστικός για την ελευθερία του ατόμου. Όμως, ο κάθε περιορισμός του ατόμου στρέφεται κατά της ελεύθερης ανάπτυξης της νόησής του. Διότι θέτει όρια που δεν χρειάζονται. Βάζει στεγανά χωρίς να απαιτούνται.

Ελευθερία του ατόμου σημαίνει κατ’ αρχήν την ατομική επιλογή στην ανάπτυξη της κριτικής ικανότητας. Διότι, κριτική ικανότητα μόνο ως ατομική επιλογή μπορεί να υπάρχει. Η παραμικρή καθοδήγηση ή περιορισμός παραβιάζει την ελεύθερη ατομική επιλογή. Κατά συνέπεια, στερεί το άτομο απ’ τον εξανθρωπισμό του. Η καταπίεση, ο περιορισμός, η καθοδήγηση, οι κανόνες που δεν χρειάζονται είναι αλυσίδες που κρατούν τον άνθρωπο δεμένο στη ζωώδη του φύση. Χωρίς καν σεβασμό προς αυτήν. Αντίθετα, η ελευθερία είναι ένα όχημα εξανθρωπισμού. Με σεβασμό στη φύση του, χωρίς να αποκόβεται απ’ αυτήν.

Με αυτή την έννοια, οι κανόνες δεν δικαιολογούνται σε καμία ηθική, ουτοπική ή άλλη βάση περί κοινωνικής τελειότητας και ανύψωσης. Η πιο ασφαλής βάση προσδιορισμού των κανόνων είναι η ρεαλιστική. Οτιδήποτε άλλο είναι μέσο εσωτερικού ελέγχου και συγκαλυμμένου καταναγκασμού. Για παράδειγμα, το «αγαπάτε αλλήλους» είναι μια ηθική επιταγή που στοχεύει στην ηθική τελειότητα του ατόμου. Δεδομένου όμως ότι οι άνθρωποι είναι εγωιστικά όντα, η επιταγή αυτή θα παραβιαστεί μέσα τους στα σίγουρα. Και οι τύψεις θα προελάσουν θριαμβευτικά∙ οι τύψεις είναι η ικανότερη μορφή ελέγχου.

Κι όμως, από πρακτική άποψη, η ηθική είναι αδιάφορη. Δηλαδή, δεν μ’ ενδιαφέρει αν μ’ αγαπάς ή με μισείς. Δεν με νοιάζουν τα κίνητρά σου, αν είναι αλτρουιστικά, εγωιστικά ή άλλα. Δεν με νοιάζει γιατί δεν με σκοτώνεις. Το μόνο που με νοιάζει είναι να μην το κάνεις. Μην Κάνεις στον Άλλον Ό,τι Δεν Θέλεις να σου Κάνουν! Απλά πράγματα. Κράτα την ηθική για τον εαυτό σου. Αδιάφορη μου είναι.

Επίσης: μην κάνεις στον άλλον ό,τι θέλεις να σου κάνουν. Μπορεί ο άλλος να έχει διαφορετικά γούστα από σένα. Ο καθένας είναι διαφορετικός. Η κάθε προσωπικότητα μοναδική. Και σεβαστή.

Οι κανόνες που μας εξισώνουν, μας εξομοιώνουν, μας επιβάλλουν συμπεριφορές, ηθική κ.λπ., γραπτοί ή άγραφοι, θίγουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, την ατομικότητα, τη μοναδικότητά μας. Κλείνουν το μυαλό μας σε κουτιά μέχρι να πάθει ασφυξία. Για το καλό μας. Κοινωνική λοβοτομή. Μαζική παραγωγή ηλιθίων. Όχι μόνο απ’ τους νόμους που ορίζουν τι να μην κάνεις, αλλά απ’ το αναγκαίο συμπλήρωμά τους, τους κοινωνικούς και θρησκευτικούς κανόνες που σου επιβάλλουν αξίες και ηθική. Κλείνει η παρένθεση]



[1] Αν και η βλακεία και η ηλιθιότητα έχουν μια λεπτή διαφορά, επειδή παράγουν τα ίδια αποτελέσματα θα τις εκλάβουμε ως συνώνυμες έννοιες επί του παρόντος. Μια μικρή, όμως, διευκρίνιση είναι χρήσιμη. Και οι δύο έννοιες σηματοδοτούν αυτόν που δεν καταλαβαίνει. Όμως, υπάρχει μια λεπτή, όπως είπα, διαφορά: ο ηλίθιος είναι αυτός που δεν καταλαβαίνει, ενώ ο βλάκας είναι αυτός που δεν μπορεί να καταλάβει. Ηθικά, ο ηλίθιος είναι πιο καταδικαστέος, διότι αν προσπαθούσε ίσως και να καταλάβαινε. Πνευματικά, ο βλάκας είναι πιο καταδικασμένος διότι φαίνεται να μην μπορεί να καταλάβει πλέον, ακόμη και αν ήθελε. Το «πλέον» σημαίνει ότι δεν πρόκειται για άτομο με εκ γενετής πνευματική υστέρηση, διότι τότε θα ήμασταν εμείς οι βλάκες αν τον αποκαλούσαμε έτσι υβριστικά. Σημαίνει ότι πρόκειται για άτομο που οι οικογενειακές του καταβολές και οι προσωπικές του επιλογές τον έχουν καταδικάσει σε ελλιπή ανάπτυξη των νευρώνων του εγκεφάλου και δεν έχει εξελιχτεί το μυαλό του όσο θα μπορούσε. Ο ηλίθιος κατά πάσα πιθανότητα έχει τους κατάλληλους νευρώνες, αλλά υπερισχύει η τεμπελιά του ή η κοινωνική και πολιτική του αναισθησία και υστέρηση, οπότε ενεργεί και σκέφτεται ως βλάκας. Ή απλώς δεν σκέφτεται, οπότε το ίδιο είναι.

Εκ του αποτελέσματος, ο βλάκας και ο ηλίθιος είναι το ίδιο πράγμα. Απλώς, ο ηλίθιος έχει περιθώρια ανάκαμψης αν το θελήσει.

[2] Μελέτες νευρολόγων και βιολόγων έχουν δείξει πως, από τη στιγμή που γεννιέται το βρέφος αρχίζει μια συνεχής διαδικασία ανάπτυξης του εγκεφάλου. Διαδικασία τόσο πιο καθοριστική όσο πιο μικρός είναι ο άνθρωπος. Ο εγκέφαλος αποτελείται από νευρώνες, που αναπτύσσονται συνεχώς και συνδέονται μεταξύ τους. Όσο περισσότερες οι διακλαδώσεις που δημιουργούνται, τόσο μεγαλύτερη η δυνατότητα επεξεργασίας δεδομένων, αφού έτσι επικοινωνούν ολοένα και περισσότερα τμήματα του εγκεφάλου με ολοένα και περισσότερες «γέφυρες επικοινωνίας». Έτσι διαμορφώνεται η ευφυΐα του παιδιού. Στην πραγματικότητα, όμως, οι νευρώνες και οι διακλαδώσεις τους δεν σχηματίζονται… αυτεπάγγελτα. Αντιθέτως, σχηματίζονται και εξελίσσονται τόσο όσο το παιδί έχει ερεθίσματα! Αν το παιδί δεν έχει ερεθίσματα σκέψης, τότε η διαδικασία αυτή επιβραδύνεται στο ελάχιστο. Δηλαδή, οι αφορμές για σκέψη, επεξεργασία και μάθηση που δίνονται στο παιδί όταν είναι μικρό είναι καθοριστικές για το πόσο εύστροφο ή όχι θα γίνει. Η καθοριστική δε ηλικία είναι από τη γέννηση έως τα πέντε του χρόνια.

Με πολύ απλά λόγια, όταν μιλάει κανείς στο παιδί, όταν το παίρνει βόλτες και του δίνει ερεθίσματα για παρατήρηση, όταν του λύνει τις απορίες, όταν του παίρνει παιχνίδια που ακονίζουν το νου, τότε το παιδί αυτό θα γίνει έξυπνο. Όταν το παιδί γίνεται παθητικός δέκτης μιας τηλεόρασης, όταν είναι αντικείμενο ναρκισσιστικής ικανοποίησης ενός γονιού που δουλεύει όλη μέρα και του παίρνει ποδοσφαιράκια και όπλα για να καλύψει το κενό του, όταν το χαστουκίζει αντί να του εξηγήσει, τότε αυτός στερεί από το παιδί του το πιο βασικό όπλο της ζωής: την εξυπνάδα.

[3] Που κανονικά είναι, «πίστευε και μη, ερεύνα».

[4] Στην ελληνική βιβλιογραφία οι: Γιάννης Σταυρακάκης, Θάνος Λίποβατς, Νίκος Δεμερτζής…

[5] Ο ίδιος ο Φρόυντ αναφερόταν σε ορμές (drives), ενώ χρησιμοποίησε τον όρο instinkt για τα ζωικά ένστικτα. Η λανθασμένη μετάφραση του όρου απ’ τα γερμανικά σε instinct στην αγγλική έκδοση του έργου του επικράτησε έκτοτε.

[6] Το κάνει επίσης και από χαρά ή τάση επιβολής.

[7] Οι εχθροί υπάρχουν εν δυνάμει και σκοπίμως μάς μαθαίνεται απ’ όταν γεννιόμαστε ποιοι είναι. Αυτό ώστε να υπάρχουν σε λανθάνουσα κατάσταση και να γίνει η επίκλησή τους όταν και όποτε «χρειαστεί» χωρίς να πρέπει να κατασκευαστούν «επί τόπου». Έξοχη ανάλυση αυτού του ζητήματος έχει κάνει ο Vamic D. Volkan στο βιβλίο του The Need to Have Enemies and Allies [Η Ανάγκη να έχεις Εχθρούς και Συμμάχους], New Jersey: Jason Aronson Inc., 1988 (αλλά και στο ομώνυμο άρθρο του στο Political Psychology, 6 (2): 220-247, 1985). Όπως υποστηρίζει, το εγώ εξωτερικεύει τα μη ενσωματωμένα και ανεπιθύμητα κομμάτια του σε ορισμένες «διαρκείς, κοινές “δεξαμενές” [durable, shared reservoirs], υπό την καθοδήγηση της μητέρας» (Volkan 1988: 31). Αποκαλεί αυτές τις δεξαμενές «κατάλληλους στόχους για εξωτερίκευση» (suitable targets of externalisation), δηλαδή στόχους (αντικείμενα, άτομα, ομάδες) που είναι ιδανικοί για να μετατεθούν πάνω τους οι εικόνες, συναισθήματα κ.λπ. που το εγώ θέλει να εξωτερικεύσει. Αυτές οι δεξαμενές είναι κοινωνικά, κυρίως, αλλά και πολιτικά προσδιορισμένες. Αρχικά, τα παιδιά μαθαίνουν από την οικογένεια και το άμεσο περιβάλλον ότι τους επιτρέπεται να εξωτερικεύουν εικόνες και συναισθήματα σε συγκεκριμένους στόχους, πρακτική που επιφέρει ομοιομορφία και προβλεψιμότητα όσον αφορά τη συγκεκριμένη συμπεριφορά (Volkan 1988:32). Αυτά τα αντικείμενα, άτομα κ.λπ., οι κατάλληλοι στόχοι για εξωτερίκευση δηλαδή, είναι χαρακτηρισμένα κοινωνικά και πολιτικά με τέτοιο τρόπο που να επιτρέπει τη μετάθεση πάνω τους των διαφόρων συναισθημάτων – αυτά είναι ταυτόχρονα και αντικείμενα συγκεκριμένων προκαταλήψεων. Με την εξωτερίκευση των καλών εικόνων και επιθυμιών δημιουργούνται οι σύμμαχοι, οι φίλοι, και με την εξωτερίκευση των κακών εικόνων δημιουργούνται οι εχθροί. Αυτή η διαδικασία εξηγεί, άλλωστε, και το γιατί η οικειότητα συνεπάρχει με την εχθρικότητα. [Η παραπάνω σύνοψη προέρχεται από το βιβλίο μου Εθνική Ταυτότητα… (κεφ. 2) όπου ασχολούμαι επισταμένως με το θέμα και τις διάφορες θεωρίες επ’ αυτού. Παρατίθεται επίσης (εκτενέστερο απόσπασμα) στην ιστοσελίδα μου, στο http://www.nellypsarrou.com/index.php?option=com_content &task=view&id=5&Itemid=1].

Σχόλια
Προσθήκη νέου
Γράψτε σχόλιο
Όνομα:
Email:
 
Website:
Τίτλος:
 
Please input the anti-spam code that you can read in the image.

3.25 Copyright (C) 2007 Alain Georgette / Copyright (C) 2006 Frantisek Hliva. All rights reserved."

 
RSS