HomeΓια ΜέναΔημοσιεύσειςΔιάχυση ΓνώσηςΔημοσιογραφίαΦωτογραφίεςΝτοκιμαντέρΕπικοινωνία
Home arrow Δημοσιογραφία arrow Αναλύσεις arrow To "10" το Καλό
Εκτύπωση E-mail
21.07.10
Το 2006, όταν η υπουργός Παιδείας της Ν.Δ. κα Γιαννάκου έθεσε ως όριο τη βάση του "10" για την εισαγωγή των μαθητών στα πανεπιστήμια, αρκετά δημοσιεύματα άσκησαν δριμεία κριτική καθώς, όπως έλεγαν, πολλοί μαθητές θα έμεναν εκτός πανεπιστημίων. Για παράδειγμα, άρθρα της Ελευθεροτυπιας αναφέρονταν σε επικείμενο κλείσιμο σχολών, για κενές θέσεις κλπ. (από το αρχείο της εφημερίδας, μόνο μια περίληψη σχετικού άρθρου μπόρεσα να βρω με τίτλο "Το 10 έκαψε τους μισούς").
Φέτος, το 2010, η νέα κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, πιστή στο άνοιγμα των ανωτάτων σχολών σε όλους ανεξαιρέτως που είχε ξεκινήσει το 1998, κατήργησε τη βάση του "10". Συνεχίζοντας την κριτική, χάριν της κριτικής, η ίδια αλλά και άλλες εφημερίδες τώρα αναρωτιόνται για το επίπεδο των σπουδών όταν θα "μπαίνουν" μαθητές που δεν μπορούν να πιάσουν τη βάση (δείτε άρθρο της Ελευθεροτυπίας και πάλι με τίτλο "Βουτιά των βάσεων, βουτιά της Παιδείας").

Παρακάτω, δημοσιεύω (αδημοσίευτο) άρθρο που είχα γράψει τότε σχετικά με τις αντιρρήσεις που ακούγονταν για τη βάση του 10. Το άρθρο το παραθέτω αυτούσιο μιας και, μπορεί η κυβέρνηση να έχει αλλάξει, αλλά τόσο η ασυνέπεια στην δημοσιογραφική κριτική όσο και η κοινωνική νοοτροπία που επικρατεί, καθιστούν επίκαιρη τη δημοσιοποίησή του.


ΤΟ ΔΕΚΑ ΤΟ ΚΑΛΟ

«Αποκλεισμός χιλιάδων υποψηφίων από τα πανεπιστήμια»! «Δεκάδες ΤΕΙ απειλούνται με κλείσιμο»! «Οικονομικός μαρασμός στις τοπικές κοινωνίες»! Αυτά και άλλα πολλά έχουν γραφτεί και συνεχίζουν να γράφονται, κατακεραυνώνοντας το περίφημο ‘10’ που τέθηκε ως βάση για την εισαγωγή των υποψηφίων στα ΑΕΙ και ΤΕΙ της χώρας. Απόψεις που χρειάζονται μια επανεξέταση, καθώς φαίνεται να στηρίζονται είτε σε λάθος επιχειρήματα, είτε σε συγκεχυμένες ιδεοληψίες. Μάλιστα, ο τρόπος παρουσίασης του ζητήματος συχνά οδηγεί σε εντελώς εσφαλμένα συμπεράσματα αναφορικά με το τι πραγματικά έχει συμβεί.

Ενδεικτικά, η πληροφορία ότι 18.768 θέσεις έμειναν κενές δημιουργεί μεν εντυπωσιασμό, αλλά δεν αγγίζει την ουσία καθώς αυτές οι θέσεις αφορούν 86 ΤΕΙ, σε σύνολο 514 τμημάτων (321 ΑΕΙ και 193 ΤΕΙ), ήτοι ποσοστό 16%. Ας σημειωθεί δε ότι οι βάσεις εισαγωγής αυξήθηκαν σημαντικά φέτος στα περισσότερα ΑΕΙ και σχεδόν σε όλα τα ΤΕΙ. Επιπλέον, σε σημαντικό βαθμό τα ΤΕΙ που δεν ‘γέμισαν’ τις θέσεις τους είναι ΤΕΙ χαμηλής προτίμησης από τους ίδιους τους φοιτητές και το αντικείμενό τους αρκετά ‘απαρχαιωμένο’ για τις απαιτήσεις της εποχής.

Αυτό λοιπόν το 16% δεν θα έπρεπε να είναι αρκετό ώστε να αμαυρώνει τη γενικά βελτιωμένη επίδοση των υποψήφιων φοιτητών στις φετινές εξετάσεις. Πολύ περισσότερο που εδώ και καιρό υπάρχει μια συζήτηση, και ανησυχία, σχετικά με την πληθώρα τμημάτων που έχουν δημιουργηθεί και λειτουργούν διάσπαρτα στην Ελλάδα χωρίς σαφές αντικείμενο ή αυτοτελές επιστημονικό πεδίο και χωρίς να εντάσσονται σε έναν ευρύτερο ακαδημαϊκό χώρο. Έτσι, κάποια από αυτά θα μπορούσαν να αποτελούν εξειδικεύσεις εντός ευρύτερων επιστημονικών πεδίων, ή ακόμα και αντικείμενο μεταπτυχιακών σπουδών, αλλά όχι αυτοτελή τμήματα.


Συναφής είναι σε αυτό το σημείο ή κριτική -που έχει πράγματι συχνά ασκηθεί- στην πελατειακού τύπου ‘επιχειρηματολογία’ που συνδέει την τύχη των τμημάτων ΤΕΙ με την οικονομική ευρωστία των τοπικών κοινωνιών που τα φιλοξενούν. Απαράδεκτη ως και χυδαία έναντι των νέων είναι η διαμαρτυρία τοπικών παραγόντων απέναντι στην κυβέρνηση για τα ‘διαφυγόντα κέρδη’ τους, που ουσιαστικά θα προέρχονταν από τα συρρικνωμένα εισοδήματα των οικογενειών που είχαν την τύχη (;) να επιτύχουν τα παιδιά τους στο στόχο τους. Αντιθέτως, η διαμαρτυρία θα έπρεπε να έχει ως αφετηρία το γεγονός ότι, κατά τα τελευταία χρόνια οι ελληνικές κυβερνήσεις χωροθέτησαν τα πανεπιστημιακά τμήματα ως μοναδικό μοχλό ανάπτυξης των εν λόγω κοινωνιών. Όμως, αν αυτή η διαμαρτυρία έφτανε στην ουσία της, ενδεχομένως να σήμαινε και το αίτημα περιορισμού των σχολών που ιδρύονται ανεξέλεγκτα και χωρίς κανένα σχεδιασμό! Οπότε θα προσέκρουε σε άλλα συμφέροντα και ‘προοδευτικές’ αντιλήψεις για την παιδεία…


Ας περάσουμε όμως σε κάτι πιο σημαντικό, που θα μας ‘πετάξει’ στα βαθιά νερά του κρίσιμου ερωτήματος: τι είδους ανώτατη παιδεία θέλουμε; Πρωτοσέλιδο απογευματινής εφημερίδας κατήγγειλε πως «Το 10 έκοψε τους μισούς: 65.000 χιλιάδες νέοι μένουν εκτός σχολών». Και πράγματι, 65.000 χιλιάδες νέοι έμειναν εκτός σχολών, σε σύνολο 119.471 εξεταζομένων. Βέβαια, από αυτούς οι 10.000 δεν κατέθεσαν καν μηχανογραφικό και συνεπώς έθεσαν εαυτούς εκτός διαδικασίας και δεν θα έπρεπε να προσμετρώνται× αλλά ο αριθμός παραμένει, ίσως χάριν εντυπωσιασμού. Βέβαια, έστω και οι 55.000 που έμειναν εκτός και μετά την κατάθεση του μηχανογραφικού τους, παραμένουν ένα ποσοστό της τάξης του 46% -σχεδόν οι μισοί.

Ας το ξαναδούμε αυτό από διαφορετική βάση: οι μισοί μαθητές ενός Λυκείου που λειτουργεί αρκετά αποσπασματικά, με σχετικά απαρχαιωμένες μεθόδους και με σοβαρές ελλείψεις σε προσωπικό και υλικοτεχνικό εξοπλισμό, κατάφεραν να περάσουν σε κάποια σχολή της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης υπό σκληρές συνθήκες ανταγωνισμού, δύσκολων θεμάτων και ανόδου των βάσεων –άνοδο που επέφεραν οι ίδιοι με την επιτυχία τους. Οι μισοί! Είναι λοιπόν αυτό το ποσοστό μικρό; Είναι δυνατόν να θεωρούν ορισμένοι πως αυτό αποτελεί ένα κριτήριο που καταδεικνύει τη χαμηλή ποιότητα της παιδείας μας; Και, επιπλέον, πως μπορεί να στηλιτεύεται το ‘10’ ως κατώτατο όριο πρόσβασης στην ανώτατη εκπαίδευση, τη στιγμή που σε όλες τις βαθμίδες της η βάση είναι προϋπόθεση για κάθε παραπέρα εξέλιξη; Εκτός και αν φτάσουμε να θεωρούμε παράλογο να απαιτείται η βάση, δηλαδή η ελάχιστη προϋπόθεση, σε οποιοδήποτε σύστημα αξιολόγησης.

Θα έπρεπε μήπως να ανοίξουν τα πανεπιστήμια και οι ανώτατες σχολές τις πόρτες τους σε όλους; Γιατί, σε ποια άλλη θέση οδηγεί αυτή η επιχειρηματολογία; Αλλά τότε η τριτοβάθμια εκπαίδευση θα ήταν απλώς η συνέχεια του Λυκείου και τίποτα παραπάνω. Διαφορετικά, αυτό το άνοιγμα θα έπρεπε να συνοδεύεται από την εφαρμογή αυστηρότερων προϋποθέσεων αποφοίτησης για τους φοιτητές, όπως για παράδειγμα τον τερματισμό των αιώνιων φοιτητών, τις αυστηρότερες εξετάσεις στις σχολές, κλπ. Μα, και σε αυτό το τελευταίο μέτρο αντιτάχθηκε το φοιτητικό κίνημα τον Ιούνιο - με τη συμπαράσταση πολλών απ’ όσους σήμερα αγανακτούν με το ‘10’.

Το σύστημα αυτό περίπου εφαρμόζεται κατά τα τελευταία χρόνια (οι μαθητές μπαίνουν εύκολα σε ΑΕΙ ή ΤΕΙ και βγαίνουν εξίσου εύκολα από αυτά), και έχει ήδη οδηγήσει στην υποβάθμιση των πτυχίων, την οποία επεσήμανε σε επόμενο πρωτοσέλιδο η ίδια απογευματινή εφημερίδα. Ήδη το επίπεδο των σπουδών έχει υποβαθμιστεί σημαντικά, καθώς το άνοιγμα των σχολών δεν συνοδεύτηκε και από την αντίστοιχη χρηματοδότηση, και τα πτυχία έχουν δοθεί σε τέτοιο εύρος και με τόση ευκολία που πλέον όλοι οι φοιτητές στρέφονται μαζικά προς τα μεταπτυχιακά. Και αυτό όχι λόγω της αγάπης προς την επιστήμη αλλά, όπως οι ίδιοι σε συντριπτικό ποσοστό μου αναφέρουν συχνά, για να βρουν δουλειά «αφού όλοι έχουν πτυχία»!


Το σύστημα αυτό που προβλήθηκε ως άνοιγμα της εκπαίδευσης στις ευρύτερες λαϊκές μάζες, εξυπηρετώντας ψηφοθηρικούς κατά βάθος σκοπούς, ενίσχυσε την ελληνική νοοτροπία που θέλει τον κάθε μαθητή να γίνεται φοιτητής, ειδάλλως θεωρείται αποτυχημένος. Ως εάν να ήταν αυτονόητο πως όλοι θέλουν και μπορούν να γίνουν επιστήμονες –όσον αφορά τα ΑΕΙ τουλάχιστον. Λες και αυτό είναι εφικτό ή ακόμα και επιθυμητό. Κάποιοι θεωρούν ότι η ανοιχτή πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση συνάδει με τις απαιτήσεις της εποχής για άνοδο του μορφωτικού επιπέδου. Ξεχνούν φαίνεται πως η σπουδή δεν συνεπάγεται ούτε μόρφωση ούτε καλλιέργεια. Η καλλιέργεια κ-α-λ-λ-ι-ε-ρ-γ-ε-ί-τ-α-ι, γαλουχείται μέσα στα χρόνια τα μαθησιακά, και συνεχίζεται και μετά από αυτά πάνω στις γερές βάσεις και θεμέλια του σχολείου. Δεν μεταφέρεται στα αμφιθέατρα σχολών που σκοπό έχουν να παράγουν εξειδικευμένο επιστημονικό και τεχνικό προσωπικό. Αλλά, αυτό ακριβώς σημαίνει το ερώτημα, τι παιδεία θέλουμε: ένα ασαφές και απαίδευτο Λύκειο, που θα μεταφέρει τις αδυναμίες του στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, ή την ισχυροποίηση των βαθμίδων που, μέσα από την αυτονομία τους θα εξυπηρετούν το ρόλο για τον οποίο είναι προορισμένη η κάθε μία; Και, συνεπακόλουθα πρέπει να αναρωτηθούμε, ποιος είναι ο προορισμός της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης;


Βεβαίως, αν και το ‘10’ είναι σωστό και πρέπει να υπάρχει, χρησιμοποιήθηκε από την κυβέρνηση με αποσπασματικό και ασχεδίαστο τρόπο. Αν η κυβέρνηση ενδιαφερόταν για το επίπεδο της παιδείας στα ανώτερα και ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα, θα μπορούσε απλά να εισακούσει τις εισηγήσεις των τμημάτων των σχολών, οι οποίες ζητούσαν την περικοπή των εισακτέων ώστε να μπορέσουν να ανταπεξέλθουν στην απαιτούμενη ποιότητα σπουδών. Αυτό όμως θα σήμαινε την μετακύληση της ευθύνης για την περικοπή των θέσεων στην κυβέρνηση, με προφανές πολιτικό κόστος. Ας υπογραμμισθεί όμως αυτό από τους επικριτές της μείωσης των εισακτέων: πως τα ίδια τα τμήματα των σχολών, στην πλειονότητά τους, έχουν εισηγηθεί στην κυβέρνηση την μείωση των εισακτέων, γεγονός που από μόνο του σημαίνει πως ο αριθμός των εισακτέων θα έπρεπε να είναι μικρότερος από αυτόν που όρισε η κυβέρνηση –αυτή και οι προηγούμενες. Και κάτι τέτοιο θα είχε σημάνει την εφαρμογή του ‘10’ χωρίς αυτό να έχει θεσπιστεί∙ μάλιστα, η βάση τότε θα διαμορφωνόταν από τους ίδιους τους μαθητές σε επίπεδα πολύ ανώτερα του ‘10’.


Δυστυχώς, φαίνεται ότι τόσο οι ρυθμίσεις της κυβέρνησης (κυρίως) όσο και οι αντιρρήσεις σε αυτές συχνά χαρακτηρίζονται από αποσπασματικότητα και κυρίαρχες και ανακυκλούμενες ιδέες. Θα πρέπει όμως να γίνει σαφές πως το ‘10’ καθεαυτό δεν μεταφέρει την ευθύνη στους μαθητές για τα κακώς κείμενα της παιδείας, όπως πολλοί υποστηρίζουν. Αντίθετα, τους μαθαίνει το αυτονόητο: ότι υπάρχουν όρια πάντα μέσα στη ζωή τα οποία καλούμαστε να υπερβούμε∙ και η προσπάθεια υπέρβασής τους μας κάνει συνεχώς καλύτερους. Αντίθετα, όλοι όσοι σπεύδουν να χαϊδολογήσουν τα «παιδιά» και να κατηγορήσουν το «σύστημα» που τα αδικεί, τους μαθαίνουν το χειρότερο μάθημα: πως για όλα φταίνε οι άλλοι, πως το σύστημα μας αδικεί και πως είμαστε ανίσχυροι απέναντί του. Αυτό το ιδεολόγημα που, παραδόξως, εκφέρεται κυρίως από ‘αριστερές πένες’, ενισχύει με το χειρότερο τρόπο το ίδιο το σύστημα και τα κακώς του κείμενα, καθώς μεταφέρει την αίσθηση αδυναμίας και, συνεπώς, την έλλειψη πρωτοβουλίας και αντίστασης. Το αποτέλεσμα είναι η διαμόρφωση αδρανών πολιτών, γαλουχημένοι στην απουσία συνεπούς κριτικής και στη μετάθεση ευθυνών. Έτσι, ενισχύεται μια νοοτροπία ανευθυνότητας και ηττοπάθειας, σαν αυτή που βλέπουμε διάσπαρτη γύρω μας, καθώς διαιωνίζεται μέσα από τη μετάδοσή της στους αυριανούς ενεργούς πολίτες και εργαζόμενους.


ΝΕΛΛΗ ΨΑΡΡΟΥ


Σχόλια
Προσθήκη νέου
Γράψτε σχόλιο
Όνομα:
Email:
 
Website:
Τίτλος:
 
Please input the anti-spam code that you can read in the image.

3.25 Copyright (C) 2007 Alain Georgette / Copyright (C) 2006 Frantisek Hliva. All rights reserved."

 
RSS