HomeΓια ΜέναΔημοσιεύσειςΔιάχυση ΓνώσηςΔημοσιογραφίαΦωτογραφίεςΝτοκιμαντέρΕπικοινωνία
Home arrow Δημοσιογραφία arrow Αναλύσεις arrow Γιατί η Προσφυγή στο ΣτΕ Δεν Είναι Ενδεδειγμένη
Γιατί η Προσφυγή στο ΣτΕ Δεν Είναι Ενδεδειγμένη Εκτύπωση E-mail
Δημοσιογραφία - Αναλύσεις
28.4.2021 
Αναφορικά με τις διάφορες ΚΥΑ με τις οποίες η κυβέρνηση επιχειρεί να επιβάλει στα παιδιά και τους γονείς τους, στους καθηγητές, και στους εργαζόμενους γενικώς, το υποχρεωτικό τεστ, επιβάλλοντας μάλιστα κυρώσεις (άρνηση του παιδιού στο σχολείο, μείωση μισθού, πειθαρχικά, πρόστιμα κλπ), υπάρχουν διάφορες νομικές δυνατότητες υπεράσπισης και αντίστασης. Μεταξύ αυτών των ενεργειών συζητιέται και η προσφυγή στο ΣτΕ. Μια επιλογή που μόνο ερωτήματα μπορεί να εγείρει...

Γιατί η Προσφυγή στο ΣτΕ Δεν Είναι Ενδεδειγμένη

 

 

Σχετικά με τις υποχρεωτικές ιατρικές πράξεις, όπως προσφάτως τα τεστ, που η κυβέρνηση επιθυμεί να επιβάλει με αμφίβολης νομιμότητας νόμους και Κοινές Υπουργικές Αποφάσεις, αρκετοί συμπολίτες μας αναζητούν τρόπους προκειμένου να προφυλαχθούν και να αντιδράσουν μέσω της δικαστικής οδού. Μάλιστα η Διεπιστημονική Ένωση Υπεράσπισης της Δημοκρατίας και της Βιοηθικής  έχει αναφερθεί στις νομικές ενέργειες που μπορεί κανείς να προβεί για να προφυλαχθεί από την παρανομία αυτή. Σε αυτό το άρθρο θα ήθελα να αναφερθώ ειδικότερα στην επιλογή της προσφυγής στο ΣτΕ και στους λόγους που μία τέτοια επιλογή δεν είναι επιθυμητή.

 

Α. Οι επιλογές που υπάρχουν για προσφυγή ενάντια στην απόφαση (KYA), και όχι για μεμονωμένες μηνύσεις και αγωγές ενάντια σε διευθυντές/καθηγητές), είναι δύο: η προσφυγή στο Συμβούλιο της Επικρατείας, και η προσφυγή στα Διοικητικά Πρωτοδικεία (και οι δύο αυτές προσφυγές είναι διοικητικής φύσης). Νομικά, η πρώτη επιλογή είναι η μόνη που μπορεί να λάβει ΚΑΙ συλλογική διάσταση, ενώ η δεύτερη είναι ατομική (στρέφεται κατά της ατομικής διοικητικής πράξης). Θεωρητικώς, η προσφυγή στο ΣτΕ είναι η ενδεδειγμένη λύση για να κινηθούν μαζί πολλοί πολίτες (ανά 30 άδες όπως ειπώθηκε) εναντίον της ΚΥΑ. Όμως, η πράξη απέχει πολύ από την θεωρία.

 

1. Το κράτος γνωρίζει ότι αυτή είναι η ενδεδειγμένη νομική οδός για μαζικές προσφυγές ακύρωσης μιας (παράνομης) απόφασής του και έχει από καιρό φροντίσει να την καταστήσει ατελέσφορη για τους πολίτες. Ο πρόεδρος του ΣτΕ διορίζεται από την κυβέρνηση, και είναι αυτός που αποφασίζει ποιος δικαστής και με ποια σύνθεση θα δικάσει. Υπάρχουν πολίτες που έχουν σταθεί «τυχεροί» και τους έτυχε μία καλή δικαστής, μια ευνοϊκή σύνθεση, όμως αυτή η τύχη δεν αφορά συνήθως πολύ σημαντικές πολιτικά υποθέσεις, αφού άλλωστε όπως είπαμε δεν γίνεται στην τύχη.


2. Από την επιβολή της οικονομικής δικτατορίας μετά το 2010, και ειδικά με την ολοκληρωτική παράδοση της χώρας το 2015 από την συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ και μετά (όταν δηλαδή ψηφίστηκε ότι «Η κυβέρνηση δεσμεύεται να διαβουλεύεται και να συμφωνεί με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο για όλες τις ενέργειες που αφορούν την επίτευξη των στόχων του Μνημονίου Συνεννόησης, πριν από την οριστικοποίηση και τη νόμιμη έγκρισή τους» (νόμος 4336/14-8-2015 (Φ.Ε.Κ. 94Α, παράγραφος Γ-σελ. 1014), το ΣτΕ έχει επιδοθεί σε μια σειρά αντι-λαϊκών αποφάσεων που επικύρωσαν αυτή την συνταγματική εκτροπή, μια εκτροπή τόσο αναμφισβήτητη που έχει γίνει παραδεκτή ακόμη και από τους κυβερνώντες (δείτε ενδεικτικά για τις δηλώσεις τους εδώ

  

3. Ενδεικτικά των αποφάσεων αυτών στις οποίες προέβη το ΣτΕ: Έκρινε νόμιμη την δυνατότητα του δημοσίου να κατάσχει χρήματα από τον λογαριασμό πολιτών/οφειλετών. Ενέκρινε τη νομιμότητα των Μνημονίων με πολλαπλές αποφάσεις (αναγνωρίζοντας την εξαιρετικά δυσμενή οικονομική κατάσταση και μη δεχόμενο ότι επρόκειτο για Διεθνή Συνθήκη), αλλά δεν έκρινε συνταγματικές τις περικοπές των μισθολογίων των Δικαστών (των εαυτών τους δηλαδή), των Πανεπιστημιακών και των Ένστολων! Στα ζητήματα της πανδημίας, σε όλες τις περιπτώσεις ενέκρινε ως συνταγματικές τις επιλογές της κυβέρνησης (περιορισμό κυκλοφορίας, συναθροίσεων), απέρριψε τις αιτήσεις διαφόρων πολιτών ή ομάδων (χρήση λιμένα, θρησκευτική λατρεία,  απέρριψε την έκδοση προσωρινής διαταγής για τον περιορισμό των συναθροίσεων άνω των τεσσάρων ατόμων που είχε επιβληθεί, και δεν δίκασε εμπρόθεσμα την αίτηση για την άρνηση τέλεσης θρησκευτικής λατρείας (αρνησιδικία, για την οποία κλήθηκε η Ελλάδα σε απολογία από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο), αποδεχόμενο ουσιαστικά το έκτακτο της κατάστασης. Δέχτηκε μόνο και δικαίωσε την προσφυγή σωματείου ενάντια στον περίφημο «περίπατο» στο κέντρο της Αθήνας (που «πέρασε» ως μέτρο ενάντια στον κορωνοϊό). Ο περίπατος βέβαια είχε ήδη πληρωθεί και οι υμέτεροι της Οικογένειας κέρδισαν μερικά ακόμη εκατομμύρια και, δύο μέρες μετά την απόφαση, η κυβέρνηση ψήφισε άλλον νόμο για να προστατεύσει τους υπεύθυνους από τυχόν μελλοντικές αγωγές.


Να θυμίσω εδώ ότι το ΣτΕ έχει ήδη βγάλει αρνητική πολίτες απόφαση  και στο θέμα των εμβολίων και των σχολείων, αν και αφορούσε περίπτωση εγγραφής στον παιδικό σταθμό, αιτιολογώντας ότι δεν επρόκειτο για την υποχρεωτική εκπαίδευση.

 

4. Έχει υποστηριχτεί ότι, προσφεύγοντας στο ΣτΕ θα κερδιθεί μία προσωρινή διαταγή (με τα ασφαλιστικά μέτρα) και μετά, αναλόγως με τις εξελίξεις, μπορεί κανείς να πάρει πίσω την προσφυγή ή να την συνεχίσει! Μια προσωρινή διαταγή σε αυτή τη φάση, και με τα στοιχεία που σας παραθέτω, πόσο πιθανή είναι; Πόσο πιθανό θεωρείτε να ακυρώσει υποχρεωτικό τεστ που διακαώς επιθυμεί η κυβέρνηση προκειμένου να γίνει το πρώτο βήμα αποδοχής της υποχρεωτικότητας; Εάν το ΣτΕ δεν εγκρίνει την έκδοση προσωρινής διαταγής (δηλαδή την προσωρινή αναστολή της ΚΥΑ μέχρι να λάβει οριστική απόφαση), που είναι το πιθανότερο διότι θα είναι σαν να αποφασίζει την αναστολή της ΚΥΑ για το διάστημα που τώρα «τρέχει» (όπως έκανε και με την προσφυγή για τις εκκλησίες), αυτό θα δημοσιευτεί παντού στα ελεγχόμενα ΜΜΕ ως «απόρριψη από το ΣτΕ προσφυγής των «αρνητών» κατά της υποχρεωτικότητας των τεστ». Αντιλαμβανόμαστε όλοι τις συνέπειες αυτής της προπαγάνδας. Τι σημασία έχει το μετά, όταν εκδικαστεί ή όταν το πάρετε πίσω, όταν ΤΩΡΑ θα δικαιώσει μια παράνομη ΚΥΑ και θα παύσει όλες τις προσφυγές που πολλοί συνάνθρωποί μας έχουν κάνει στα Διοικητικά Δικαστήρια (ήδη περιμένουμε αποφάσεις για προσωρινές αναστολές από προσφυγές που έχουν κατατεθεί).

 

5. Ακούγεται η άποψη ότι, επειδή η κυβέρνηση θα θέλει να ακυρώσει τα τεστ για να επιβάλει τον υποχρεωτικό εμβολιασμό(!), θα επιθυμεί μία καταδικαστική απόφαση για τα τεστ. Το επιχείρημα δεν έχει βάση. Δηλαδή, θα επιτρέψει η κυβέρνηση μία ήττα της και μία δικαίωση των πολιτών, δίνοντάς τους θάρρος; Και μάλιστα επιτρέποντας μία απόφαση ενάντια στην υποχρεωτικότητα της ιατρικής πράξης, των τεστ, προκειμένου να επιβάλει μια χειρότερη ιατρική πράξη αργότερα, τα εμβόλια; Πώς θα επιβάλει τα εμβόλια βοηθούμενη από μία απόφαση που, μεταξύ άλλων, θα δικαιώνει το επιχείρημα της συναίνεσης σε ιατρική πράξη;

 

6. Αν, Αν έχοντας γνώση των παραπάνω προσφύγει κανείς στο ΣτΕ, ας γνωρίζει ότι με την απόφασή του αυτή παίρνει απόφαση και για το σύνολο των συμπολιτών μας και για τις δίκες και προσφυγές που έχουν ήδη ξεκινήσει στα Διοικητικά Πρωτοδικεία. Αναλαμβάνει δηλαδή μία ευθύνη που αφορά το σύνολο των πολιτών. Η προσφυγή στο ΣτΕ για το θέμα των υποχρεωτικών τεστ/μασκών κλπ αποτελεί ένα τεράστιο πολιτικό ρίσκο, με ελάχιστες πιθανότητες ευνοϊκής για το δίκαιο των πολιτών λύσης. Μάλιστα, αποτελεί μία δυσμενή εξέλιξη για κάθε άλλη δικαστική κίνηση διότι συμπαρασύρει αρνητικά κάθε άλλη νομική οδό. Συγκεκριμένα, όσοι συμπολίτες μας έχουν επιλέξει να προσφύγουν στα Διοικητικά Πρωτοδικεία, θα βρεθούν να «κρέμονται» (θα παγώσουν οι υποθέσεις τους) εξαρτημένοι από την όποια προσφυγή κατατεθεί στο ΣτΕ (διότι το ΣτΕ είναι το ανώτερο διοικητικό δικαστήριο: για όσο μια τέτοια δίκη εκρεμεί, τα Διοικητικά Δικαστήρια θα θέσουν τις προσφυγές σε αυτά εν αναμονή της απόφασης του ΣτΕ και θα αποφασίσουν μετά με απόλυτη δέσμευση από αυτό). Η απόφαση του ΣτΕ είναι δεσμευτική για κάθε άλλο διοικητικό δικαστήριο. Αντιθέτως, τα Διοικητικά Πρωτοδικεία μόνα τους αποφασίζουν κατά περίπτωση, χωρίς την τεράστια πολιτική πίεση και τον κεντρικό έλεγχο που υπάρχει στο ΣτΕ, κι έτσι η περίπτωση δικαίωσης σε αυτά είναι πολύ μεγαλύτερη – χωρίς φυσικά να είναι και σε αυτά δεδομένη. Με άλλα λόγια, το να κατατεθεί προσφυγή στα Διοικητικά ενώ ταυτοχρόνως γίνει και προσφυγή στο ΣτΕ δεν έχει νόημα για τα πρώτα.

 

 

Β. Η επιλογή του ΣτΕ ως λύση σε σημαντικά ζητήματα που έχουν έντονο πολιτικό χαρακτήρα συνήθως γίνεται είτε από νομικό που δεν γνωρίζει καλά τα πρακτικά ζητήματα που ανέφερα παραπάνω, είτε από δικηγόρο που τα ξέρει πολύ καλά και γι’ αυτό την προτείνει. Συχνά, όταν γίνεται μία προσφυγή στο ΣτΕ για τόσο σημαντικά θέματα, όσοι το ακούμε αναζητούμε τα εμπλεκόμενα πρόσωπα. Με άλλα λόγια, αναζητούμε στοιχεία για τον προσφεύγοντα ή τον δικηγόρο του για να καταλάβουμε αν πρόκειται για μια προσπάθεια χαντάκωσης της υπόθεσης ή απλώς αφέλεια. Όλως τυχαίως, τον τελευταίο καιρό συναντάμε δικηγόρους που, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, συνδέονται με τον ΣΥΡΙΖΑ ή με τους ΑΝΕΛ. Και το ένα και το άλλο κόμμα συμμετείχε και συνέπραξε στην ακύρωση της λαϊκής βούλησης του δημοψηφίσματος το 2015, στην ψήφιση της ολοκληρωτικής μας κηδεμονίας, και τα δύο συγκυβέρνησαν στα κρίσιμα χρόνια 15-19 βάζοντας μία ολοκληρωτική ταφόπλακα σε όλα τα νοικοκυριά, ψηφίζοντας το ξεπούλημα της χώρας, την κατάργηση του υπουργείου Οικονομικών και την αντικατάστασή του με την παράνομη ΑΑΔΕ, και άλλα πολλά. Οι ΑΝΕΛ, παρέα με τον ΣΥΡΙΖΑ και με την ουσιαστική σύμπνοια με όλα τα προηγούμενα μνημονιακά κόμματα (ΠΑΣΟΚ, ΝΔ), επανειλημμένως ξεγέλασαν τους πολίτες προσφέροντάς τους ελπίδα και επιλογές που ήταν προσχεδιασμένες παγίδες. Πολλά από αυτά που ζούμε σήμερα είναι άμεσες συνέπειες αυτής της συγκυβέρνησης, και όσων συμμετείχαν στα κόμματά της – είτε ενεργά είτε δια της σιωπηρής αποδοχής. Μέλη ή απλώς συνδεόμενοι δικηγόροι με τα παραπάνω (και όχι μόνο) κόμματα, προτείνουν σε ενεργές ομάδες ανθρώπων που έχουν συγκεντρωθεί προκειμένου να αντιδράσουν, μια αμφίβολη νομική διαδικασία που ελέγχεται πολιτικά και που θα συμπαρασύρει και όσους δεν έχουν συμμετάσχει σε αυτό. Θέλουμε πάρα πολύ να δεχτούμε ότι οι προθέσεις τους μπορεί να είναι καλές, αλλά η συμμετοχή τους στα κόμματα του 3ου μνημονίου που ολοκλήρωσε τον εξευτελισμό όλων των πολιτών και τον διασυρμό των Ελλήνων ανά την υφήλιο, μας δίνει το δικαίωμα έστω να αμφιβάλουμε.

 

Το επιχείρημα που έχω ακούσει, ότι θα προσφύγουν άλλοι στο ΣτΕ σίγουρα, οπότε ας το κάνουμε εμείς (πρώτοι) για να γίνει πιο σωστά, νομίζω πως έχει χρησιμοποιηθεί ευρέως, κυρίως προς δικαιολόγηση πράξεων (ατομικών και μη), και σαφώς και από την προηγούμενη καταστροφική συγκυβέρνηση. Ήδη, ενημερωμένοι συμπολίτες μας από διάφορα μέρη της Ελλάδας, όταν επιτέλους μετά κόπων και βασάνων κατάφεραν να βρουν δικηγόρο (αναγνωρίζουμε αυτή τη δυσκολία) και αυτός τους πρότεινε το ΣτΕ, προτίμησαν να μην προχωρήσουν. Έχει βεβαίως ο καθένας το δικαίωμα να πάρει το ρίσκο του, όμως να υπολογίσει στην απόφασή του ότι οι επιπτώσεις του αφορούν όλους μας, καθώς και τις προσφυγές άλλων ανθρώπων ανά την Ελλάδα.

 

 

Γ. Δεν προτείνω να μην κάνετε τίποτα – αν και, αν η επιλογή είναι ή ΣτΕ ή τίποτα, καλύτερα τίποτα. Όμως (αναφορικά με διοικητικές προσφυγές, δεν εξετάζω εδώ μηνύσεις και αγωγές), με συγκεντρωμένες τις δυνάμεις και τα χρήματά σας, μπορείτε να πάτε στα Διοικητικά δικαστήρια με όσο περισσότερες προσφυγές μπορείτε να σηκώσετε (τα παράβολα είναι περίπου 500 ευρώ, + η αμοιβή δικηγόρου). Βέβαια, εκεί οι προσφυγές είναι ατομικές (ή ομαδικές όταν αφορά κοινή διοικητική πράξη, π.χ. ένα έγγραφο άρνησης του διευθυντή του σχολείου να δεχτεί τα παιδιά που θα είναι ενιαίο). Όμως, μία θετική απόφαση εκεί έχει πολύ σημαντικό πολιτικό και συμβολικό χαρακτήρα. Μάλιστα, πολλές τέτοιες μεμονωμένες αποφάσεις αυτών των μικρότερου βεληνεκούς δικαστηρίων χτίζουν νομολογία, που τώρα δεν υπάρχει για το θέμα. Το ζήτημα είναι πολιτικό, και όχι να προσπαθήσει ο καθένας να πάρει απόφαση που να καλύπτει τα δικά του παιδιά. Σε κάποιο νησί ενώθηκαν 10 άνθρωποι και θα μοιραστούν τα έξοδα της προσφυγής μίας μητέρας. Στην Αθήνα μαζεύτηκαν 80 άτομα και θα κάνουν το ίδιο – βάζοντας μπροστά μερικούς γονείς και τα έξοδα όλοι μαζί. Δεν είπαν, μα η απόφαση θα αφορά μόνο το παιδί των άλλων. Είπαν, η απόφαση θα είναι θετική για όλους, και πάμε συλλογικά να την  πάρουμε, σε όποιον κι αν αναφέρεται.

Ας σκεφτεί κανείς πολύ προσεκτικά τα παραπάνω. Ακόμα και με τις καλύτερες προθέσεις, ας μην χρησιμοποιηθούν μέσα που δεν είναι ενδεδειγμένα για τον κοινό αγώνα. Και, κυρίως, αναζητήστε ποιοι είναι αυτοί που σας συμβουλεύουν – εμού συμπεριλαμβανομένης.

 

 

Σε κάθε περίπτωση, η αλήθεια θα λάμψει. Μόνος αντίπαλός μας, ο χρόνος.

 

Νέλλη Ψαρρού

 

 

ΥΓ: Τα παραπάνω γράφτηκαν με αφορμή ομάδα πολιτών που έχουν συγκεντρωθεί και έχουν πεισθεί από δικηγόρο να προσφύγουν στο ΣτΕ. Αν και η ομάδα αυτή επέλεξε αυτή την οδό έναντι άλλων προκειμένου να μην στραφεί ενάντια σε συμπολίτες μας (διευθυντές σχολείων π.χ.), κάτι που είναι σεβαστό, ας είναι σαφές πως, η νομική συμβουλή που τους έχει δοθεί για το θέμα αυτό, ότι δηλαδή οι διευθυντές/καθηγητές δεν έχουν ευθύνη, απλώς εκτελούν εντολές, και άρα δεν μπορεί να τους γίνει αγωγή ή μήνυση, ΕΙΝΑΙ ΨΕΥΔΕΣ. Ο διευθυντής, όπως και κάθε δημόσιος υπάλληλος, ΔΕΝ υποχρεούται να εφαρμόσει την ΚΥΑ και έχει προσωπική  ευθύνη όταν το κάνει, όπως προκύπτει από τον δημοσιουπαλληλικό κώδικα (δείτε εδώ: https://dimobio.gr/?p=411). Οι δημόσιοι υπάλληλοι οφείλουν να ενεργούν με βάση το Σύνταγμα [άρθρο 25 (Ν.3528/2007 ΦΕΚ26/09-02-2007) «Νομιμότητα υπηρεσιακών ενεργειών» ]*.

 

*Ο υπάλληλος είναι υπεύθυνος για την εκτέλεση των καθηκόντων του και τη νομιμότητα των υπηρεσιακών του ενεργειών.

2: Ο υπάλληλος οφείλει να υπακούει στις διαταγές των προϊσταμένων του. Όταν όμως εκτελεί διαταγή την οποία θεωρεί παράνομη, οφείλει, πριν την εκτέλεση, να αναφέρει εγγράφως την αντίθετη γνώμη του και να εκτελέσει τη διαταγή χωρίς υπαίτια καθυστέρηση. Η διαταγή δεν προσκτάται νομιμότητα εκ του ότι ο υπάλληλος οφείλει να υπακούσει σε αυτήν.

§3: Αν η διαταγή είναι προδήλως αντισυνταγματική ή παράνομη, ο υπάλληλος οφείλει να μην την εκτελέσει και να το αναφέρει χωρίς αναβολή. Όταν σε διαταγή, η οποία προδήλως αντίκειται σε διατάξεις νόμων ή κανονιστικών πράξεων, διατυπώνονται επείγοντες και εξαιρετικοί λόγοι γενικότερου συμφέροντος ή όταν, ύστερα από άρνηση υπακοής σε πρώτη διαταγή που προδήλως αντίκειται σε τέτοιες διατάξεις, ακολουθήσει δεύτερη διαταγή που εκθέτει επείγοντες και εξαιρετικούς λόγους γενικότερου συμφέροντος, ο υπάλληλος οφείλει να εκτελέσει τη διαταγή και να αναφέρει συγχρόνως στην προϊσταμένη αρχή εκείνου που τον διέταξε. 

 

 

 

 

 

Σχόλια
Προσθήκη νέου
Γράψτε σχόλιο
Όνομα:
Email:
 
Website:
Τίτλος:
 
Please input the anti-spam code that you can read in the image.

3.25 Copyright (C) 2007 Alain Georgette / Copyright (C) 2006 Frantisek Hliva. All rights reserved."

 
RSS